ΑΠΟΨΕΙΣ

Καταγγελία της σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας Αορίστου Χρόνου (Ουσιαστικές Προϋποθέσεις)

 24/11/2021 09:00

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αποτελεί μία από της σημαντικότερες ενότητες του Εργατικού Δικαίου. Ο πρόσφατος ν. 4808/2021 επέφερε αλλαγές και στη συγκεκριμένη ενότητα.

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας (Φ: 14/11/21), μας απασχόλησε η αναμόρφωση των τυπικών προϋποθέσεων για την ισχύ της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από μέρους του εργοδότη. Μας απασχόλησαν επίσης οι έννομες συνέπειες της μη τήρησής τους.

Θα μας απασχολήσουν εδώ οι ουσιαστικές της προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης και οι έννομες συνέπειες της ελλαττωματικής καταγγελίας από μέρους του εργοδότη.

Κατάλογος περιπτώσεων ακυρότητας

Το άρθρο 66 §1 ν. 4808/2021 καταγράφει συγκεκριμένες περιπτώσεις ακυρότητας καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ενδεικτικά, εφόσον:

(α) οφείλεται σε δυσμενή διάκριση ή εκδικητικότητα σε βάρος του εργαζομένου ή

(β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου ή

(γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου (που ενδεικτικά, κάποιες από αυτές, αναφέρονται).

Εφόσον η αιτία μιας τέτοιας καταγγελίας εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις αυτές, επέρχονται οι γνωστές, ήδη, έννομες συνέπειες. Πρακτικά: ο εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασής του. Συμπληρωματικά, να ζητήσει την επαναπασχόλησή του αλλά και την καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα, που ο εργοδότης δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του.

Το βάρος απόδειξης

Σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα προβλέπεται πως (άρ. 66 §2): «αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους της παρ. 1, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο».

Το βάρος απόδειξης, δηλαδή, αντιστρέφεται και ο εργοδότης πρέπει να αποδείξει ότι δεν προχώρησε στην καταγγελία για τον απαγορευμένο λόγο που επικαλείται ο εργαζόμενος.

Βέβαια, η αποδεικτική διευκόλυνση φαίνεται να αφορά, σε ένα πρώτο επίπεδο, το σύνολο των περιπτώσεων της §1. Αυτό, ωστόσο, χάνει το νόημά του για κάποιες από τις προβλεπόμενες, εκεί, περιπτώσεις. Ενδεικτικά: η απόλυση κατά την περίοδο της άδειας αναψυχής που, ούτως ή άλλως, είναι απαγορευμένη και δεν τίθεται, για τον λόγο αυτό, κάποιο ζήτημα απόδειξης (πέραν του χρόνου διενέργειάς της). Επίσης, η καταγγελία σύμβασης εργασίας εγκύου που, ούτως ή άλλως-επίσης, απαιτεί την ύπαρξη και επίκληση σπουδαίου λόγου από μέρους του εργοδότη, διαφορετικά καθίσταται άκυρη.

Η δυνατότητα καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης

Στις συνέπειες της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από μέρους του εργοδότη προστίθεται (§3, άρ. 66) μία, ακόμα, εναλλακτική -αυτή τη φορά: Σε περιπτώσεις ελλαττωματικής καταγγελίας (με εξαίρεση όμως εκείνες που ήδη, παραπάνω, αναφέραμε-της §1, δηλαδή, της ίδιας διάταξης), το δικαστήριο, αντί άλλης συνέπειας, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης. Στο πεδίο εφαρμογής, επομένως, της εν λόγω διάταξης (§3 του αρ. 66) εμπίπτει κάθε καταγγελία σύμβασης εργασίας που αντίκειται σε γενική διάταξη νόμου. Ακόμα, δηλαδή, κι εκείνες που γίνονται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ).

Η καταχρηστική απόλυση

Παρά τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν είναι δυνατό (κατά τη θεωρία και νομολογία) να αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Είναι δυνατόν, επομένως, να ελεγχθεί δικαστικά στη βάση της σχετικής διάταξης (:άρ. 281 ΑΚ).

Η νομολογία έχει πλάσει κριτήρια ελέγχου της καταγγελίας στη βάση του 281 ΑΚ, η μη τήρηση των οποίων επιδρά στο κύρος αυτής. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών υπάγονται:

(α) Η αρχή της ultima ratio: Η καταγγελία συνιστά το επαχθέστερο για τον εργαζόμενο μέτρο. Ως εκ τούτου, πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέτρο στο οποίο θα προσφύγει ο εργοδότης. Διαφορετικά είναι άκυρη.

(β) Η αρχή της αναλογικότητας: Ενδεχόμενη παραβίασή της οδηγεί σε ακυρότητα της απόλυσης (όταν λ.χ. παρελήφθη η τήρηση της προβλεπόμενης πειθαρχικής διαδικασίας).

(γ) Η ορθή επιλογή του απολυτέου: Σε περιπτώσεις που οικονομικοτεχνικοί λόγοι δικαιολογούν την προσφυγή από μέρους του εργοδότη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η τελευταία ενδέχεται να κριθεί άκυρη ως καταχρηστική, εφόσον ο εργοδότης δεν επιλέγει τον εργαζόμενο που θα απολύσει βάσει των κατάλληλων κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων.

(δ) Η τροποποιητική καταγγελία: Η τροποποιητική καταγγελία, συνιστά ηπιότερο μέτρο από την (συνήθη) καταγγελία. Πρόκειται για συνέχιση της απασχόλησης με διαφορετικούς από τους συμφωνημένους όρους εργασίας. Και η καταγγελία αυτή, υπόκειται στον έλεγχο του 281 ΑΚ.

(ε) Η προσχηματική υποβολή έγκλησης: Σε έλεγχο καταχρηστικότητας υπόκειται, επίσης, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, έχει μεν υποβληθεί έγκληση ή μήνυση σε βάρος του εργαζομένου, είναι όμως προσχηματική.

Ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος πρόσθετης αποζημίωσης

Είδαμε παραπάνω πως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι ενδεχόμενο να πάσχει για κάποιον άλλο λόγο από αυτούς που προαναφέρθηκαν-και ρητά αναφέρονται στην §1 (οι οποίοι επιφέρουν την ακυρότητά της). Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατό, όπως ήδη αναφέρθηκε, να ζητηθεί από το δικαστήριο, εναλλακτικά (αντί της επέλευσης των συνεπειών της ακυρότητας: επαναπασχόληση και μισθοί υπερημερίας) η καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης. Το σχετικό αίτημα είναι δυνατό να υποβληθεί είτε από τον εργαζόμενο είτε από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης.

Το ύψος της πρόσθετης αποζημίωσης

Το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης δεν μπορεί (άρ. 66 §3) να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών μηνών ούτε μεγαλύτερο από το διπλάσιο της νόμιμης αποζημίωσης -λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Ως κριτήριο για τον καθορισμό του ύψους της, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του (ιδίως) την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση αμφοτέρων (εργαζομένου και εργοδότη).

Η δυνατότητα καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης ύστερα από αίτημα του εργαζομένου

Ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει την καταβολή της ως άνω πρόσθετης αποζημίωσης και στην περίπτωση που η καταγγελία πάσχει για κάποιο λόγο της §1-για λόγο, δηλ., που εμπίπτει στον κατάλογο των περιπτώσεων καταγγελίας που εκεί απαριθμούνται. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή παρέχεται το δικαίωμα στον εργαζόμενο να ζητήσει την προαναφερθείσα πρόσθετη αποζημίωση -αντί της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και της επέλευσης των συνεπειών της. Ο εργαζόμενος, όμως στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να ζητά, ταυτόχρονα, την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του (λ.χ. επαναπασχόληση και μισθούς υπερημερίας).

Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκσυγχρονίζεται και εξορθολογίζεται.

Κινείται, ήδη, προς την κατεύθυνση της αποφυγής χρονοβόρων και κοστοβόρων διαδικασιών, προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσης του σημαντικού φόρτου των υποθέσεων που απασχολούν τα δικαστήρια, προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσης των επιχειρήσεων και της διευκόλυνσης των εργαζομένων.

Κινείται, εντέλει, προς όφελος της πραγματικής οικονομίας.

Τα (θετικά) αποτελέσματα, σύντομα, θα αρχίσουν να διαφαίνονται.

Το δίχως άλλο.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 21 Νοεμβρίου 2021