ΔΙΕΘΝΗ

Σε πίεση τα ευρωπαϊκά ΕΣΥ: Συμβαίνει και στις... καλύτερες οικογένειες

Το δεύτερο κύμα της πανδημίας οδηγεί σε οριακές καταστάσεις ακόμη και τα πλέον σύγχρονα υγειονομικά συστήματα στην ήπειρό μας

 29/09/2020 21:35

Σε πίεση τα ευρωπαϊκά ΕΣΥ: Συμβαίνει και στις... καλύτερες οικογένειες

Δήμητρα Τσαμποδήμου

Όταν τέλη του περασμένου χειμώνα, η μία χώρα μετά την άλλη επέβαλαν αυστηρούς περιορισμούς εντός των συνόρων τους, φτάνοντας το πρώτο δεκαήμερο της άνοιξης στο ολικό lockdown των ανυπολόγιστων οικονομικών συνεπειών, ο λόγος ήταν ένας και μοναδικός: να αντέξουν τα συστήματα υγείας και να μην γίνει ολόκληρη η Ευρώπη ένα απέραντο... Μπέργκαμο.

Δυστυχώς, ο κορονοϊός επέμεινε επιθετικά και καθώς η ζωή που σταμάτησε για τρεις μήνες, δε μπορούσε άλλο να περιμένει, το δεύτερο κύμα της πανδημίας ήρθε και απειλεί με καταστροφή ό,τι χτίστηκε στους μήνες που κερδήθηκαν ή ό,τι σχεδιάστηκε και βρισκόταν ακόμη στα... μπετά.

Κι αν στη χώρα μας η ανησυχία για το πόσο θα αντέξει το ΕΣΥ κάθε μέρα και κορυφώνεται, το ίδιο ισχύει και για τις... καλύτερες οικογένειες της Ευρώπης με τα πλέον προηγμένα, εύρωστα και ιστορικά μεγάλων δυνατοτήτων συστήματα υγείας. Όμως, το νέο δεδομένο που πλέον καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κυβερνήσεις και οι υγειονομικοί είναι εάν η αύξηση των κρουσμάτων θα φέρει αύξηση και στις νοσηλείες, κάτι που προς το παρόν δεν αποτυπώνεται.

Λιγότεροι στα νοσοκομεία

Στο Μόναχο, που συνήθως γεμίζει με θορυβώδη πλήθη για το Oktoberfest αυτό το μήνα, οι αρχές απλώς απαγόρευαν τη συγκέντρωση περισσότερων από πέντε ατόμων. Στη Μασσαλία της Γαλλίας, όλα τα μπαρ και εστιατόρια θα είναι κλειστά από τη Δευτέρα. Και στο Λονδίνο, όπου η κυβέρνηση πέρασε εβδομάδες προτρέποντας τους εργαζόμενους να επιστρέψουν στους άδειους ουρανοξύστες του city, τους ζητά τώρα να εργαστούν από το σπίτι.

Το καλοκαίρι έληξε για την πολύπαθη ήπειρό μας εν μέσω δυσοίωνων ενδείξεων ότι μια αύξηση των περιπτώσεων κορονοϊού μπορεί να στείλει ένα άλλο, μεγάλο κύμα ασθενών στα νοσοκομεία. Αξιωματούχοι σε ολόκληρη την Ευρώπη φοβούνται την επανάληψη των δραματικών σκηνών της περασμένης άνοιξης, όταν ο ιός κέρδισε την πρώτη φάση της μάχης, ασκώντας πίεση άνευ προηγουμένου στις ΜΕΘ χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Ήδη στην Ισπανία, ορισμένα νοσοκομεία βλέπουν το θρίλερ να επαναλαμβάνεται με τις αθρόες εισαγωγές νέων ασθενών.

«Λυπάμαι που το λέω, όπως στην Ισπανία και τη Γαλλία και σε πολλές άλλες χώρες, έχουμε φτάσει σε ένα επικίνδυνο σημείο καμπής», δήλωσε ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον την Τρίτη, καθώς επέβαλε νέους περιορισμούς - συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος παμπ και εστιατορίων στις 10 μ.μ. – προκειμένου να αποφευχθεί η συντριβή του βρετανικού ΕΣΥ.

Αλλά πόσο επικείμενος είναι ο κίνδυνος;

Καθώς σταθμίζουν τις ενέργειες που πρέπει να κάνουν για τον περιορισμό ενός δεύτερου κύματος του ιού, ο Τζόνσον και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν μια δύσκολη, ταχέως μεταβαλλόμενη κατάσταση, με αντικρουόμενα στοιχεία σχετικά με το πόσο γρήγορα τα νέα κρούσματα μεταφράζονται σε εισαγωγές στα νοσοκομεία και πόσο βαριά θα καταλήξουν να είναι τα νέα περιστατικά.

Στην Ισπανία, όπου τα νέα κρούσματα αυξήθηκαν σε πάνω από 10.000 την ημέρα, τα νοσοκομεία στη Μαδρίτη πλησιάζουν τη χωρητικότητα και η κυβέρνηση δήλωσε ότι ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά τα νοσοκομεία σε ξενοδοχεία και στο μεγαλύτερο εκθεσιακό κέντρο της πόλης. Ωστόσο, στη Γαλλία, η οποία ανέφερε 66.000 νέες λοιμώξεις σε μία εβδομάδα, οι εισαγωγές στο νοσοκομείο και οι θάνατοι, ενώ αυξάνονται επίσης, αυξάνονται πιο αργά.

Παρόμοια απόκλιση μεταξύ ποσοστών μόλυνσης και νοσηλείας εμφανίζεται στη Γερμανία και την Αυστρία. Και στη Βρετανία, η οποία κατέγραψε 6.178 νέα κρούσματα μόνο την περασμένη Τετάρτη - το υψηλότερο νούμερο από την 1η Μαΐου - μόλις 134 ασθενείς εισήχθησαν σε νοσοκομεία τη Δευτέρα, μόλις το ένα δέκατο αυτών που εισήχθησαν στις αρχές Μαΐου.

Ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτό δείχνει ότι ο ιός έχει χάσει την ισχύ του από τότε που έφτασε για πρώτη φορά στην Ευρώπη ή ότι μολύνει πλέον τους νεότερους, οι οποίοι είναι λιγότερο πιθανό να παρουσιάσουν σοβαρά συμπτώματα. Άλλοι λένε ότι αποτελεί απόδειξη της τήρησης των αποστάσεων, της ευρείας χρήσης μάσκας προσώπου, των μεγαλύτερων προφυλάξεων για πιο ευάλωτα άτομα και της καλύτερης ιατρικής περίθαλψης.

«Δεν θα είναι σαν την πρώτη φορά που χρειαζόμασταν να σταματήσουμε τα πάντα», δήλωσε ο Δρ Karol Sikora, ογκολόγος και καθηγητής ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ. "Η βόμβα είναι πλέον... βραδυφλεγής αλλά δεν ξέρουμε για πόσο θα συνεχιστεί αυτό», τόνισε. Επιλογές εκδοτών

Χρειάζεται επαγρύπνηση

Άλλοι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποιούν πως κανείς δεν πρέπει να επαναπαυτεί: η διαφορά μεταξύ αριθμών κρουσμάτων και εισαγωγής στο νοσοκομείο, λένε, αντικατοπτρίζει κυρίως το γεγονός ότι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν τεστ και τα αποτελέσματα βγαίνουν πολύ πιο γρήγορα σε σχέση με την άνοιξη.

«Οι θάνατοι και οι νοσηλείες αποτελούν δείκτη καθυστέρησης», δήλωσε ο Devi Sridhar, διευθυντής του παγκόσμιου προγράμματος διοίκησης της υγείας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. «Δεν υπήρχε καθυστέρηση τον Μάρτιο επειδή κάναμε τεστ μόνο σ’ αυτούς που ήταν ήδη στο νοσοκομείο. Σε κάποιο σημείο, οι ΜΕΘ όλης της Ευρώπης θα γεμίσουν. "

Η αβεβαιότητα σχετικά με τις νοσηλείες και τους θανάτους είναι ένα άλλο παράδειγμα του πόσο μυστηριώδης παραμένει ο ιός, ακόμη και μετά από 10 μήνες έντονης μελέτης. Και αυτή η αβεβαιότητα περιπλέκει το έργο των πολιτικών ηγετών που εξισορροπούν την ανάγκη προστασίας των πολιτών τους με την επιθυμία να αποφύγουν την επιβολή περισσότερων lockdown.

Στη Γαλλία, όπου η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια φιλοσοφία να μάθουν όλοι να ζουν με τον ιό, ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει ασκήσει πίεση για την επιβολή νέων εθνικών περιορισμών και άφησε στους δήμους την ευθύνη να επιβάλλουν αυστηρότερα περιορισμούς στις δημόσιες συγκεντρώσεις.

Η Γαλλία έχει σήμερα περισσότερα από 5.700 άτομα που νοσηλεύονται με Covid-19. Περίπου 900 από αυτούς βρίσκονται σε εντατική περίθαλψη. Αυτό είναι περισσότερο από ό, τι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν οι νοσηλείες μειώθηκαν σε περίπου 4.500 άτομα, και εγείρει ανησυχίες σχετικά με το κουρασμένο και λιγότερο απ’ ό,τι απαιτεί η πανδημία προσωπικό των νοσοκομείων. Αλλά είναι πολύ λιγότερο από ό, τι κατά τη διάρκεια του peak τον περασμένο Απρίλιο, όταν περισσότεροι από 32.000 νοσηλεύτηκαν.

Και ο ρυθμός εξάπλωσης είναι βραδύτερος αυτή τη φορά, γεγονός που βοηθά στη μείωση των επιπτώσεων στα νοσοκομεία, σύμφωνα με τον Δρ Yazdan Yazdanpanah, επικεφαλής του τμήματος μολυσματικών ασθενειών στο Νοσοκομείο Bichat-Claude Bernard στο Παρίσι. Τον Μάρτιο, είπε, ο αριθμός των νοσηλευομένων ασθενών διπλασιαζόταν κάθε τρεις ημέρες. Τώρα κατά μέσο όρο ο αριθμός αυτός έχει φτάσει τις 15 ημέρες στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού.

Ο Δρ Yazdanpanah αποδίδει αυτή τη διαφορά στην ευρεία χρήση της μάσκας και στο γεγονός ότι πολλοί, ειδικά οι ηλικιωμένοι, είναι πιο προσεκτικοί με τα μέτρα και ειδικά την κοινωνική αποστασιοποίηση. Και ενώ οι ασθενείς που καταλήγουν σε νοσοκομεία έχουν το ίδιο προφίλ με την περασμένη άνοιξη - κυρίως ηλικιωμένοι ή ευπαθείς ομάδες - οι γιατροί έχουν μάθει πώς να τους αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά, με τεχνικές όπως οξυγόνο υψηλής ροής, γεγονός που καθιστά τη διασωλήνωση λιγότερο απαραίτητη.

«Όλα αυτά έχουν μειώσει τον αριθμό των ασθενών που πρέπει να υποβληθούν σε εντατική περίθαλψη κατά 60% και το ποσοστό θνησιμότητας κατά 50%», είπε.

Τα προβλήματα είναι μεγαλύτερα στην Ισπανία, όπου περισσότερα από 11.000 άτομα νοσηλεύονται με τον ιό, σχεδόν 4.000 από αυτά στη Μαδρίτη. Οι ασθενείς με κορονοϊό γεμίζουν το 25% των διαθέσιμων κλινών στη Μαδρίτη και τα νοσοκομεία εξακολουθούν να έχουν διαθέσιμες ΜΕΘ – σε αντίθεση με την περασμένη άνοιξη, όταν ασθενείς αναγκάστηκαν να κοιμούνται στους διαδρόμους.

Ωστόσο, οι γιατροί δήλωσαν ότι η εισροή ασθενών έπληξε τις υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης επειδή τα νοσοκομεία έπρεπε να εκτρέψουν τόσους πολλούς πόρους για να αντιμετωπίσουν τον ιό. Μετά από μήνες έντασης, οι Ισπανοί εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας εξαντλούνται και αποθαρρύνονται.

«Σίγουρα δεν είμαστε ακόμη στην κατάσταση του Μαρτίου-Απριλίου, αλλά υπάρχουν λόγοι να φοβόμαστε ότι θα μπορούσαμε να φτάσουμε ξανά εκεί», δήλωσε ο Manuel Franco, ερευνητής και καθηγητής επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Alcalá de Henares.

Τη Δευτέρα, οι αρχές στη Μαδρίτη επέβαλαν μερικό lockdown σε περιοχή της πρωτεύουσας με 850.000 κατοίκους, κάτι που οδήγησε σε διαμαρτυρίες με επικριτές να τονίζουν πως η κυβέρνηση σπατάλησε τα επιτυχημένα επιτεύγματα του πρώτου lockdown, ανοίγοντας χωρίς όρους και ασφάλεια τα σύνορα της χώρας για να αναζωογονήσει τον κατεστραμμένο τουρισμό.

«Δεν πήραμε το μάθημα από το πάθημά μας» δήλωσε ο Δρ Alberto Garcia-Basteiro, εξέχων επιδημιολόγος, στην ισπανική εφημερίδα El País. Αυτός και άλλοι γιατροί ζήτησαν ανεξάρτητη διερεύνηση της αντίδρασης της χώρας στην πανδημία.

Στη Γερμανία, η οποία διαχειρίστηκε την πανδημία καλύτερα από πολλούς από τους γείτονές της, υπάρχει ανησυχία για την αύξηση των λοιμώξεων, αλλά λιγότερο για τις νοσηλείες θα απαιτηθούν. Από τα 9.396 άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό τις τελευταίες εβδομάδες, μόνο 267 χρειάστηκαν θεραπεία σε ΜΕΘ και ακόμη λιγότεροι διασωλήνωση.

«Γνωρίζουμε πολύ περισσότερα από ό, τι πριν από έξι μήνες», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Υγείας Jens Spahn, στη δημόσια τηλεόραση ARD, επισημαίνοντας την αυξημένη ικανότητα τεστ της Γερμανίας, τα προστατευτικά εργαλεία και την πληθώρα κλινών ΜΕΘ.

Η Βρετανία, όπως και η Γερμανία, έχει σημειώσει πρόοδο στην ενίσχυση του ΕΣΥ της, που είναι το εθνικό καμάρι της, ενόψει του δεύτερου κύματος, αλλά υστερεί πολύ από τη Γερμανία στην οικοδόμηση ενός πανεθνικού συστήματος τεστ και ανίχνευσης κρουσμάτων.

Ο επικεφαλής ιατρικός σύμβουλος της κυβέρνησης, Chris Whitty, δήλωσε ότι ο αριθμός των ατόμων που νοσηλεύονται με τον ιό στη Βρετανία διπλασιάζεται κάθε επτά έως οκτώ ημέρες και ότι οι θάνατοι θα πολλαπλασιαστούν, «ενδεχομένως σε εκθετική καμπύλη». Εάν ο ιός εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε 50.000 νέα περιστατικά την ημέρα έως τον Οκτώβριο και 2000 θανάτους την ημέρα μέχρι το Νοέμβριο, σύμφωνα με τον Patrick Vallance, τον επικεφαλής επιστημονικό σύμβουλο.

Ο καθηγητής Whitty αμφισβήτησε δύο από τα πιο κοινά επιχειρήματα εκείνων που λένε ότι ένα δεύτερο κύμα θα είναι λιγότερο θανατηφόρο. Ενώ πολλοί από αυτούς που μολύνθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες ήταν νέοι, είπε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι οι λοιμώξεις πηγαίνουν από τους νεότερους στους ηλικιωμένους και επίσης ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο ιός είχε γίνει λιγότερο θανατηφόρος.

Η Βρετανία δεν είναι η μόνη χώρα που προσπαθεί να βρει μια σαφή μονάδα μέτρησης για την παρακολούθηση της εξάπλωσης του ιού.

Στο Βέλγιο, αξιωματούχοι ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι σχεδόν 2.000 άτομα βρέθηκαν θετικά στον ιό σε μια μόλις μέρα. Αυτό γινόταν και την άνοιξη, στο peak δηλαδή της πανδημίας, όμως τότε έκαναν ελάχιστα τεστ σε σχέση με τα 30.000 που κάνουν ημερησίως αυτή την περίοδο. Κι έτσι, η πρωθυπουργός της χώρας Σοφί Βιλμές, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή της θα χρησιμοποιήσει τις εισαγωγές στο νοσοκομείο, αντί για τον αριθμό των θετικών εξετάσεων, ως βαρόμετρο παρακολούθησης των επιδημιολογικών δεδομένων.

«Σε αντίθεση με άλλους κρίσιμους δείκτες, ο αριθμός των νοσηλειών δεν μπορεί να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους», είπε η κ. Βιλμές διευκρινίζοντας πως «είναι ένας αδιαμφισβήτητος δείκτης που μας επιτρέπει να μετρήσουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης».


«Η πανδημία ξεκινά μόλις τώρα»

Κι ενώ τα νοσοκομεία αντέχουν ακόμη, το βασικό ερώτημα είναι πόσο θα αντέξουν και στο κακό σενάριο, το οποίο περιέγραψε ο γερμανός... Τσιόδρας.

Ο κορυφαίος λοιμωξιολόγος Κρίστιαν Ντόστεν θεωρεί ότι τη Γερμανία δεν είναι ακόμη επαρκώς προετοιμασμένη για την επόμενη περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού. «Για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση τους επόμενους μήνες, πρέπει να αλλάξουμε τα πράγματα. Η πανδημία ξεκινά μόλις τώρα. Και εδώ στη Γερμανία», είπε σε κοινή συνέντευξη τύπου με τον πρόεδρο και ιδρυτή της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής για την Υγεία Ντέτλεφ Γκάντεν, η οποία θα γίνει στο Βερολίνο τον Οκτώβριο.

«Οι ρεαλιστικές αποφάσεις είναι απαραίτητες. Γίνονται ήδη δοξαστικές ομιλίες για τη γερμανική επιτυχία, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο από πού προήλθε αυτή η επιτυχία. Οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι η Γερμανία αντέδρασε περίπου τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα από άλλες χώρες. Αντιδράσαμε όμως με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και οι άλλοι. Δεν κάναμε τίποτα το ιδιαίτερο καλά. Μόνο που το κάναμε νωρίτερα. Δεν πετύχαμε γιατί οι υγειονομικές μας αρχές ήταν καλύτερες από τις γαλλικές ή επειδή τα νοσοκομεία μας είναι καλύτερα εξοπλισμένα από τα ιταλικά. Η Γερμανία πρέπει να ρίξει μια πιο διαφοροποιημένη και πιο προσεκτική ματιά στις εξελίξεις στο εξωτερικό. Πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για πράγματα όπως τα γήπεδα ποδοσφαίρου. Είναι πραγματικά εντελώς παραπλανητικό. Πρέπει επίσης να γίνει σαφές ότι η έγκριση ενός εμβολίου δεν σημαίνει αμέσως τη λύση του προβλήματος», τόνισε ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Λοιμωξιολογίας του νοσοκομείου Charité.

«Προς το παρόν, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς θα συνεχιστεί η πανδημία. Υπάρχει το ενδεχόμενο το όλο ζήτημα να μην είναι πλέον διαχειρίσιμο και η επιστήμη να υπήρξε με τα εμβόλια απλώς αργή. Μόνο στο τέλος θα γνωρίζουμε πόσο αποτελεσματική ήταν, διότι αυτή η πανδημία δεν είναι επιστημονικό φαινόμενο, είναι φυσική καταστροφή», συνέχισε ο Ντρόστεν.

«Ένα σημαντικό μάθημα από την πανδημία για το μέλλον είναι ότι η υγεία είναι το πιο σημαντικό πράγμα για το άτομο και η βάση για μια λειτουργούσα κοινωνία, τόνισε ο Ντέτλεφ Γκάντεν, στην κοινή τους συνέντευξη. «Η οικονομία, ο πολιτισμός και όλα αυτά δεν λειτουργούν πλέον όταν αυτό που βλέπουμε ως εγγυημένο δεν υφίσταται πλέον. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό είναι σαφές σε όλους».

Πηγή: New York Times, ΑΠΕ-ΜΠΕ, Politico

* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 27.09.2020.

Όταν τέλη του περασμένου χειμώνα, η μία χώρα μετά την άλλη επέβαλαν αυστηρούς περιορισμούς εντός των συνόρων τους, φτάνοντας το πρώτο δεκαήμερο της άνοιξης στο ολικό lockdown των ανυπολόγιστων οικονομικών συνεπειών, ο λόγος ήταν ένας και μοναδικός: να αντέξουν τα συστήματα υγείας και να μην γίνει ολόκληρη η Ευρώπη ένα απέραντο... Μπέργκαμο.

Δυστυχώς, ο κορονοϊός επέμεινε επιθετικά και καθώς η ζωή που σταμάτησε για τρεις μήνες, δε μπορούσε άλλο να περιμένει, το δεύτερο κύμα της πανδημίας ήρθε και απειλεί με καταστροφή ό,τι χτίστηκε στους μήνες που κερδήθηκαν ή ό,τι σχεδιάστηκε και βρισκόταν ακόμη στα... μπετά.

Κι αν στη χώρα μας η ανησυχία για το πόσο θα αντέξει το ΕΣΥ κάθε μέρα και κορυφώνεται, το ίδιο ισχύει και για τις... καλύτερες οικογένειες της Ευρώπης με τα πλέον προηγμένα, εύρωστα και ιστορικά μεγάλων δυνατοτήτων συστήματα υγείας. Όμως, το νέο δεδομένο που πλέον καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κυβερνήσεις και οι υγειονομικοί είναι εάν η αύξηση των κρουσμάτων θα φέρει αύξηση και στις νοσηλείες, κάτι που προς το παρόν δεν αποτυπώνεται.

Λιγότεροι στα νοσοκομεία

Στο Μόναχο, που συνήθως γεμίζει με θορυβώδη πλήθη για το Oktoberfest αυτό το μήνα, οι αρχές απλώς απαγόρευαν τη συγκέντρωση περισσότερων από πέντε ατόμων. Στη Μασσαλία της Γαλλίας, όλα τα μπαρ και εστιατόρια θα είναι κλειστά από τη Δευτέρα. Και στο Λονδίνο, όπου η κυβέρνηση πέρασε εβδομάδες προτρέποντας τους εργαζόμενους να επιστρέψουν στους άδειους ουρανοξύστες του city, τους ζητά τώρα να εργαστούν από το σπίτι.

Το καλοκαίρι έληξε για την πολύπαθη ήπειρό μας εν μέσω δυσοίωνων ενδείξεων ότι μια αύξηση των περιπτώσεων κορονοϊού μπορεί να στείλει ένα άλλο, μεγάλο κύμα ασθενών στα νοσοκομεία. Αξιωματούχοι σε ολόκληρη την Ευρώπη φοβούνται την επανάληψη των δραματικών σκηνών της περασμένης άνοιξης, όταν ο ιός κέρδισε την πρώτη φάση της μάχης, ασκώντας πίεση άνευ προηγουμένου στις ΜΕΘ χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Ήδη στην Ισπανία, ορισμένα νοσοκομεία βλέπουν το θρίλερ να επαναλαμβάνεται με τις αθρόες εισαγωγές νέων ασθενών.

«Λυπάμαι που το λέω, όπως στην Ισπανία και τη Γαλλία και σε πολλές άλλες χώρες, έχουμε φτάσει σε ένα επικίνδυνο σημείο καμπής», δήλωσε ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον την Τρίτη, καθώς επέβαλε νέους περιορισμούς - συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος παμπ και εστιατορίων στις 10 μ.μ. – προκειμένου να αποφευχθεί η συντριβή του βρετανικού ΕΣΥ.

Αλλά πόσο επικείμενος είναι ο κίνδυνος;

Καθώς σταθμίζουν τις ενέργειες που πρέπει να κάνουν για τον περιορισμό ενός δεύτερου κύματος του ιού, ο Τζόνσον και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν μια δύσκολη, ταχέως μεταβαλλόμενη κατάσταση, με αντικρουόμενα στοιχεία σχετικά με το πόσο γρήγορα τα νέα κρούσματα μεταφράζονται σε εισαγωγές στα νοσοκομεία και πόσο βαριά θα καταλήξουν να είναι τα νέα περιστατικά.

Στην Ισπανία, όπου τα νέα κρούσματα αυξήθηκαν σε πάνω από 10.000 την ημέρα, τα νοσοκομεία στη Μαδρίτη πλησιάζουν τη χωρητικότητα και η κυβέρνηση δήλωσε ότι ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά τα νοσοκομεία σε ξενοδοχεία και στο μεγαλύτερο εκθεσιακό κέντρο της πόλης. Ωστόσο, στη Γαλλία, η οποία ανέφερε 66.000 νέες λοιμώξεις σε μία εβδομάδα, οι εισαγωγές στο νοσοκομείο και οι θάνατοι, ενώ αυξάνονται επίσης, αυξάνονται πιο αργά.

Παρόμοια απόκλιση μεταξύ ποσοστών μόλυνσης και νοσηλείας εμφανίζεται στη Γερμανία και την Αυστρία. Και στη Βρετανία, η οποία κατέγραψε 6.178 νέα κρούσματα μόνο την περασμένη Τετάρτη - το υψηλότερο νούμερο από την 1η Μαΐου - μόλις 134 ασθενείς εισήχθησαν σε νοσοκομεία τη Δευτέρα, μόλις το ένα δέκατο αυτών που εισήχθησαν στις αρχές Μαΐου.

Ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτό δείχνει ότι ο ιός έχει χάσει την ισχύ του από τότε που έφτασε για πρώτη φορά στην Ευρώπη ή ότι μολύνει πλέον τους νεότερους, οι οποίοι είναι λιγότερο πιθανό να παρουσιάσουν σοβαρά συμπτώματα. Άλλοι λένε ότι αποτελεί απόδειξη της τήρησης των αποστάσεων, της ευρείας χρήσης μάσκας προσώπου, των μεγαλύτερων προφυλάξεων για πιο ευάλωτα άτομα και της καλύτερης ιατρικής περίθαλψης.

«Δεν θα είναι σαν την πρώτη φορά που χρειαζόμασταν να σταματήσουμε τα πάντα», δήλωσε ο Δρ Karol Sikora, ογκολόγος και καθηγητής ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ. "Η βόμβα είναι πλέον... βραδυφλεγής αλλά δεν ξέρουμε για πόσο θα συνεχιστεί αυτό», τόνισε. Επιλογές εκδοτών

Χρειάζεται επαγρύπνηση

Άλλοι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποιούν πως κανείς δεν πρέπει να επαναπαυτεί: η διαφορά μεταξύ αριθμών κρουσμάτων και εισαγωγής στο νοσοκομείο, λένε, αντικατοπτρίζει κυρίως το γεγονός ότι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν τεστ και τα αποτελέσματα βγαίνουν πολύ πιο γρήγορα σε σχέση με την άνοιξη.

«Οι θάνατοι και οι νοσηλείες αποτελούν δείκτη καθυστέρησης», δήλωσε ο Devi Sridhar, διευθυντής του παγκόσμιου προγράμματος διοίκησης της υγείας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. «Δεν υπήρχε καθυστέρηση τον Μάρτιο επειδή κάναμε τεστ μόνο σ’ αυτούς που ήταν ήδη στο νοσοκομείο. Σε κάποιο σημείο, οι ΜΕΘ όλης της Ευρώπης θα γεμίσουν. "

Η αβεβαιότητα σχετικά με τις νοσηλείες και τους θανάτους είναι ένα άλλο παράδειγμα του πόσο μυστηριώδης παραμένει ο ιός, ακόμη και μετά από 10 μήνες έντονης μελέτης. Και αυτή η αβεβαιότητα περιπλέκει το έργο των πολιτικών ηγετών που εξισορροπούν την ανάγκη προστασίας των πολιτών τους με την επιθυμία να αποφύγουν την επιβολή περισσότερων lockdown.

Στη Γαλλία, όπου η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια φιλοσοφία να μάθουν όλοι να ζουν με τον ιό, ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει ασκήσει πίεση για την επιβολή νέων εθνικών περιορισμών και άφησε στους δήμους την ευθύνη να επιβάλλουν αυστηρότερα περιορισμούς στις δημόσιες συγκεντρώσεις.

Η Γαλλία έχει σήμερα περισσότερα από 5.700 άτομα που νοσηλεύονται με Covid-19. Περίπου 900 από αυτούς βρίσκονται σε εντατική περίθαλψη. Αυτό είναι περισσότερο από ό, τι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν οι νοσηλείες μειώθηκαν σε περίπου 4.500 άτομα, και εγείρει ανησυχίες σχετικά με το κουρασμένο και λιγότερο απ’ ό,τι απαιτεί η πανδημία προσωπικό των νοσοκομείων. Αλλά είναι πολύ λιγότερο από ό, τι κατά τη διάρκεια του peak τον περασμένο Απρίλιο, όταν περισσότεροι από 32.000 νοσηλεύτηκαν.

Και ο ρυθμός εξάπλωσης είναι βραδύτερος αυτή τη φορά, γεγονός που βοηθά στη μείωση των επιπτώσεων στα νοσοκομεία, σύμφωνα με τον Δρ Yazdan Yazdanpanah, επικεφαλής του τμήματος μολυσματικών ασθενειών στο Νοσοκομείο Bichat-Claude Bernard στο Παρίσι. Τον Μάρτιο, είπε, ο αριθμός των νοσηλευομένων ασθενών διπλασιαζόταν κάθε τρεις ημέρες. Τώρα κατά μέσο όρο ο αριθμός αυτός έχει φτάσει τις 15 ημέρες στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού.

Ο Δρ Yazdanpanah αποδίδει αυτή τη διαφορά στην ευρεία χρήση της μάσκας και στο γεγονός ότι πολλοί, ειδικά οι ηλικιωμένοι, είναι πιο προσεκτικοί με τα μέτρα και ειδικά την κοινωνική αποστασιοποίηση. Και ενώ οι ασθενείς που καταλήγουν σε νοσοκομεία έχουν το ίδιο προφίλ με την περασμένη άνοιξη - κυρίως ηλικιωμένοι ή ευπαθείς ομάδες - οι γιατροί έχουν μάθει πώς να τους αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά, με τεχνικές όπως οξυγόνο υψηλής ροής, γεγονός που καθιστά τη διασωλήνωση λιγότερο απαραίτητη.

«Όλα αυτά έχουν μειώσει τον αριθμό των ασθενών που πρέπει να υποβληθούν σε εντατική περίθαλψη κατά 60% και το ποσοστό θνησιμότητας κατά 50%», είπε.

Τα προβλήματα είναι μεγαλύτερα στην Ισπανία, όπου περισσότερα από 11.000 άτομα νοσηλεύονται με τον ιό, σχεδόν 4.000 από αυτά στη Μαδρίτη. Οι ασθενείς με κορονοϊό γεμίζουν το 25% των διαθέσιμων κλινών στη Μαδρίτη και τα νοσοκομεία εξακολουθούν να έχουν διαθέσιμες ΜΕΘ – σε αντίθεση με την περασμένη άνοιξη, όταν ασθενείς αναγκάστηκαν να κοιμούνται στους διαδρόμους.

Ωστόσο, οι γιατροί δήλωσαν ότι η εισροή ασθενών έπληξε τις υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης επειδή τα νοσοκομεία έπρεπε να εκτρέψουν τόσους πολλούς πόρους για να αντιμετωπίσουν τον ιό. Μετά από μήνες έντασης, οι Ισπανοί εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας εξαντλούνται και αποθαρρύνονται.

«Σίγουρα δεν είμαστε ακόμη στην κατάσταση του Μαρτίου-Απριλίου, αλλά υπάρχουν λόγοι να φοβόμαστε ότι θα μπορούσαμε να φτάσουμε ξανά εκεί», δήλωσε ο Manuel Franco, ερευνητής και καθηγητής επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Alcalá de Henares.

Τη Δευτέρα, οι αρχές στη Μαδρίτη επέβαλαν μερικό lockdown σε περιοχή της πρωτεύουσας με 850.000 κατοίκους, κάτι που οδήγησε σε διαμαρτυρίες με επικριτές να τονίζουν πως η κυβέρνηση σπατάλησε τα επιτυχημένα επιτεύγματα του πρώτου lockdown, ανοίγοντας χωρίς όρους και ασφάλεια τα σύνορα της χώρας για να αναζωογονήσει τον κατεστραμμένο τουρισμό.

«Δεν πήραμε το μάθημα από το πάθημά μας» δήλωσε ο Δρ Alberto Garcia-Basteiro, εξέχων επιδημιολόγος, στην ισπανική εφημερίδα El País. Αυτός και άλλοι γιατροί ζήτησαν ανεξάρτητη διερεύνηση της αντίδρασης της χώρας στην πανδημία.

Στη Γερμανία, η οποία διαχειρίστηκε την πανδημία καλύτερα από πολλούς από τους γείτονές της, υπάρχει ανησυχία για την αύξηση των λοιμώξεων, αλλά λιγότερο για τις νοσηλείες θα απαιτηθούν. Από τα 9.396 άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό τις τελευταίες εβδομάδες, μόνο 267 χρειάστηκαν θεραπεία σε ΜΕΘ και ακόμη λιγότεροι διασωλήνωση.

«Γνωρίζουμε πολύ περισσότερα από ό, τι πριν από έξι μήνες», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Υγείας Jens Spahn, στη δημόσια τηλεόραση ARD, επισημαίνοντας την αυξημένη ικανότητα τεστ της Γερμανίας, τα προστατευτικά εργαλεία και την πληθώρα κλινών ΜΕΘ.

Η Βρετανία, όπως και η Γερμανία, έχει σημειώσει πρόοδο στην ενίσχυση του ΕΣΥ της, που είναι το εθνικό καμάρι της, ενόψει του δεύτερου κύματος, αλλά υστερεί πολύ από τη Γερμανία στην οικοδόμηση ενός πανεθνικού συστήματος τεστ και ανίχνευσης κρουσμάτων.

Ο επικεφαλής ιατρικός σύμβουλος της κυβέρνησης, Chris Whitty, δήλωσε ότι ο αριθμός των ατόμων που νοσηλεύονται με τον ιό στη Βρετανία διπλασιάζεται κάθε επτά έως οκτώ ημέρες και ότι οι θάνατοι θα πολλαπλασιαστούν, «ενδεχομένως σε εκθετική καμπύλη». Εάν ο ιός εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε 50.000 νέα περιστατικά την ημέρα έως τον Οκτώβριο και 2000 θανάτους την ημέρα μέχρι το Νοέμβριο, σύμφωνα με τον Patrick Vallance, τον επικεφαλής επιστημονικό σύμβουλο.

Ο καθηγητής Whitty αμφισβήτησε δύο από τα πιο κοινά επιχειρήματα εκείνων που λένε ότι ένα δεύτερο κύμα θα είναι λιγότερο θανατηφόρο. Ενώ πολλοί από αυτούς που μολύνθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες ήταν νέοι, είπε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι οι λοιμώξεις πηγαίνουν από τους νεότερους στους ηλικιωμένους και επίσης ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο ιός είχε γίνει λιγότερο θανατηφόρος.

Η Βρετανία δεν είναι η μόνη χώρα που προσπαθεί να βρει μια σαφή μονάδα μέτρησης για την παρακολούθηση της εξάπλωσης του ιού.

Στο Βέλγιο, αξιωματούχοι ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι σχεδόν 2.000 άτομα βρέθηκαν θετικά στον ιό σε μια μόλις μέρα. Αυτό γινόταν και την άνοιξη, στο peak δηλαδή της πανδημίας, όμως τότε έκαναν ελάχιστα τεστ σε σχέση με τα 30.000 που κάνουν ημερησίως αυτή την περίοδο. Κι έτσι, η πρωθυπουργός της χώρας Σοφί Βιλμές, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή της θα χρησιμοποιήσει τις εισαγωγές στο νοσοκομείο, αντί για τον αριθμό των θετικών εξετάσεων, ως βαρόμετρο παρακολούθησης των επιδημιολογικών δεδομένων.

«Σε αντίθεση με άλλους κρίσιμους δείκτες, ο αριθμός των νοσηλειών δεν μπορεί να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους», είπε η κ. Βιλμές διευκρινίζοντας πως «είναι ένας αδιαμφισβήτητος δείκτης που μας επιτρέπει να μετρήσουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης».


«Η πανδημία ξεκινά μόλις τώρα»

Κι ενώ τα νοσοκομεία αντέχουν ακόμη, το βασικό ερώτημα είναι πόσο θα αντέξουν και στο κακό σενάριο, το οποίο περιέγραψε ο γερμανός... Τσιόδρας.

Ο κορυφαίος λοιμωξιολόγος Κρίστιαν Ντόστεν θεωρεί ότι τη Γερμανία δεν είναι ακόμη επαρκώς προετοιμασμένη για την επόμενη περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού. «Για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση τους επόμενους μήνες, πρέπει να αλλάξουμε τα πράγματα. Η πανδημία ξεκινά μόλις τώρα. Και εδώ στη Γερμανία», είπε σε κοινή συνέντευξη τύπου με τον πρόεδρο και ιδρυτή της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής για την Υγεία Ντέτλεφ Γκάντεν, η οποία θα γίνει στο Βερολίνο τον Οκτώβριο.

«Οι ρεαλιστικές αποφάσεις είναι απαραίτητες. Γίνονται ήδη δοξαστικές ομιλίες για τη γερμανική επιτυχία, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο από πού προήλθε αυτή η επιτυχία. Οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι η Γερμανία αντέδρασε περίπου τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα από άλλες χώρες. Αντιδράσαμε όμως με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και οι άλλοι. Δεν κάναμε τίποτα το ιδιαίτερο καλά. Μόνο που το κάναμε νωρίτερα. Δεν πετύχαμε γιατί οι υγειονομικές μας αρχές ήταν καλύτερες από τις γαλλικές ή επειδή τα νοσοκομεία μας είναι καλύτερα εξοπλισμένα από τα ιταλικά. Η Γερμανία πρέπει να ρίξει μια πιο διαφοροποιημένη και πιο προσεκτική ματιά στις εξελίξεις στο εξωτερικό. Πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για πράγματα όπως τα γήπεδα ποδοσφαίρου. Είναι πραγματικά εντελώς παραπλανητικό. Πρέπει επίσης να γίνει σαφές ότι η έγκριση ενός εμβολίου δεν σημαίνει αμέσως τη λύση του προβλήματος», τόνισε ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Λοιμωξιολογίας του νοσοκομείου Charité.

«Προς το παρόν, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς θα συνεχιστεί η πανδημία. Υπάρχει το ενδεχόμενο το όλο ζήτημα να μην είναι πλέον διαχειρίσιμο και η επιστήμη να υπήρξε με τα εμβόλια απλώς αργή. Μόνο στο τέλος θα γνωρίζουμε πόσο αποτελεσματική ήταν, διότι αυτή η πανδημία δεν είναι επιστημονικό φαινόμενο, είναι φυσική καταστροφή», συνέχισε ο Ντρόστεν.

«Ένα σημαντικό μάθημα από την πανδημία για το μέλλον είναι ότι η υγεία είναι το πιο σημαντικό πράγμα για το άτομο και η βάση για μια λειτουργούσα κοινωνία, τόνισε ο Ντέτλεφ Γκάντεν, στην κοινή τους συνέντευξη. «Η οικονομία, ο πολιτισμός και όλα αυτά δεν λειτουργούν πλέον όταν αυτό που βλέπουμε ως εγγυημένο δεν υφίσταται πλέον. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό είναι σαφές σε όλους».

Πηγή: New York Times, ΑΠΕ-ΜΠΕ, Politico

* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 27.09.2020.

ΣΧΟΛΙΑ

Επιλέξτε Κατηγορία