ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ρομά και κοινωνική ένταξη: Τι πρέπει να γίνει

Ένας φαύλος κύκλος αποκλεισμού και περιθωριοποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη

 17/01/2023 19:32

Ρομά και κοινωνική ένταξη: Τι πρέπει να γίνει

Του Χρήστου Ηλιάδη, διδάκτορα κοινωνικών επιστημών, εξωτερικού εμπειρογνώμονα του Συμβουλίου της Ευρώπης

iliadis-christos-roma-nn4mH.png



Σε κάθε τραγικό περιστατικό με μέλος της κοινότητας των Ρομά, όπως ο θάνατος του 16χρονου Φραγκούλη από πυρά αστυνομικού κατά τη διάρκεια καταδίωξης, αρκετοί συμπολίτες μας διατυπώνουν ερωτήματα σχετικά με την επιθυμία των Ρομά να ενταχθούν. «Θέλουν;» είναι μια συχνή ερώτηση που γίνεται άλλοτε καλοπροαίρετα, και άλλοτε όχι. Στερεότυπα και ψευδείς ειδήσεις εναντίoν των Ρομά επίσης αναπαράγονται: «Προτιμούν να ζουν στο περιθώριο», λένε κάποιοι, «ζουν πλουσιοπάροχα με επιδόματα» άλλοι. Τι από όλα αυτά ισχύει;

Οι κοινότητες των Ρομά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αποτελούν έναν πληθυσμό με μακρά ιστορία διακρίσεων σε βάρος τους. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι μαζί με τους Εβραίους αποτελούν τις κοινότητες με τη σκληρότερη μοίρα. Εξαιτίας του «αντιτσιγγανισμού», του μίσους επειδή και μόνο είναι Ρομά, αντιμετωπίζονται συχνά ως κατώτερα όντα. Ο κοινωνικός αποκλεισμός τους θέτει στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και τους αποστερεί από αγαθά όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η στέγαση και οι κοινωνικές υπηρεσίες. Τα όργανα της τάξης ασκούν συχνά υπέρμετρη και παράνομη βία εναντίoν τους, χωρίς τον απαραίτητο πειθαρχικό έλεγχο. Ένας φαύλος κύκλος αποκλεισμού και περιθωριοποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη.

Στην Ελλάδα, οι Ρομά (ή Τσιγγάνοι, όπως ονομαζόταν μέχρι πρόσφατα) απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια για πρώτη φορά με οργανωμένο και μαζικό τρόπο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Δηλαδή είτε βρίσκονται για αιώνες στην ελληνική επικράτεια, είτε ήρθαν ως πρόσφυγες από την Μ. Ασία το 1922-23, μόλις πριν από λίγες δεκαετίες τους αναγνωρίστηκε το δικαίωμα στην ελληνική Ιθαγένεια. Ως τότε οι περισσότεροι καταγράφονταν ως «αλλοδαποί» και βρισκόταν στην αρμοδιότητα της Χωροφυλακής – και όχι κάποιων κοινωνικών υπηρεσιών ένταξης.

Στις περιπτώσεις όπου υλοποιήθηκαν οργανωμένες πολιτικές για την ενσωμάτωσή τους, με έμφαση τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία και την εκπαίδευση, αυτές στέφθηκαν με επιτυχία. Έτσι, οι συστηματικές προσπάθειες πριν από αρκετές δεκαετίες στην περιοχή των Σερρών, οδήγησαν σε μία ενταγμένη σήμερα κοινότητα. Το ίδιο έγινε στην Αγία Βαρβάρα και το Ίλιον Αττικής, το Ηράκλειο Κρήτης και άλλες περιοχές όπου σήμερα ζουν ενσωματωμένες κοινότητες, Ρομά γυναίκες και άντρες πτυχιούχοι και επιτυχημένοι επαγγελματίες. Άλλοι έχουν αφομοιωθεί και έτσι υπάρχουν σήμερα Ρομά που υπηρετούν πχ. στην αστυνομία ή εργάζονται σε άλλες υπηρεσίες, οι οποίοι όμως επιλέγουν να μην αποκαλύψουν την καταγωγή τους προκειμένου να προστατευθούν από τα καχύποπτα βλέμματα.

Αντίθετα, σε πολλές άλλες περιπτώσεις – όπως στην γενέτειρα του Κώστα Φραγκούλη – οι κοινότητες των Ρομά έχουν αφεθεί για δεκαετίες στην τύχη τους. Να παλεύουν να επιβιώσουν ζώντας σε αυτοσχέδια παραπήγματα, με ελλιπή πρόσβαση στην (ποιοτική) εκπαίδευση, μηδενικές προοπτικές να αποκτήσουν ένα σταθερό εισόδημα. Στην χειρότερη περίπτωση, έχουν δει τα παραπήγματά τους να γκρεμίζονται από τις αρχές και αυτοί να διώκονται. Οι τοπικές κοινωνικές υπηρεσίες αλλά και τα διάφορα προγράμματα διαχειρίζονται μια συνθήκη αποκλεισμού χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη προκειμένου να την ανατρέψουν. Η στήριξη από τα ισχνά κοινωνικά επιδόματα είναι η μόνη λύση για σταθερό εισόδημα λίγων εκατοντάδων ευρώ τον μήνα. Φυσικά, κάποιοι καταφεύγουν σε μικροκλοπές και παραβάσεις. Τότε είναι που οι αρχές πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές και να δρουν στην κατεύθυνση της ανάπτυξης σχέσεων εμπιστοσύνης με τις κοινότητες των Ρομά. Έτσι μόνο θα λειτουργήσουν προληπτικά σε αντίστοιχα μελλοντικά περιστατικά.


Του Χρήστου Ηλιάδη, διδάκτορα κοινωνικών επιστημών, εξωτερικού εμπειρογνώμονα του Συμβουλίου της Ευρώπης

iliadis-christos-roma-nn4mH.png



Σε κάθε τραγικό περιστατικό με μέλος της κοινότητας των Ρομά, όπως ο θάνατος του 16χρονου Φραγκούλη από πυρά αστυνομικού κατά τη διάρκεια καταδίωξης, αρκετοί συμπολίτες μας διατυπώνουν ερωτήματα σχετικά με την επιθυμία των Ρομά να ενταχθούν. «Θέλουν;» είναι μια συχνή ερώτηση που γίνεται άλλοτε καλοπροαίρετα, και άλλοτε όχι. Στερεότυπα και ψευδείς ειδήσεις εναντίoν των Ρομά επίσης αναπαράγονται: «Προτιμούν να ζουν στο περιθώριο», λένε κάποιοι, «ζουν πλουσιοπάροχα με επιδόματα» άλλοι. Τι από όλα αυτά ισχύει;

Οι κοινότητες των Ρομά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αποτελούν έναν πληθυσμό με μακρά ιστορία διακρίσεων σε βάρος τους. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι μαζί με τους Εβραίους αποτελούν τις κοινότητες με τη σκληρότερη μοίρα. Εξαιτίας του «αντιτσιγγανισμού», του μίσους επειδή και μόνο είναι Ρομά, αντιμετωπίζονται συχνά ως κατώτερα όντα. Ο κοινωνικός αποκλεισμός τους θέτει στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και τους αποστερεί από αγαθά όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η στέγαση και οι κοινωνικές υπηρεσίες. Τα όργανα της τάξης ασκούν συχνά υπέρμετρη και παράνομη βία εναντίoν τους, χωρίς τον απαραίτητο πειθαρχικό έλεγχο. Ένας φαύλος κύκλος αποκλεισμού και περιθωριοποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη.

Στην Ελλάδα, οι Ρομά (ή Τσιγγάνοι, όπως ονομαζόταν μέχρι πρόσφατα) απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια για πρώτη φορά με οργανωμένο και μαζικό τρόπο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Δηλαδή είτε βρίσκονται για αιώνες στην ελληνική επικράτεια, είτε ήρθαν ως πρόσφυγες από την Μ. Ασία το 1922-23, μόλις πριν από λίγες δεκαετίες τους αναγνωρίστηκε το δικαίωμα στην ελληνική Ιθαγένεια. Ως τότε οι περισσότεροι καταγράφονταν ως «αλλοδαποί» και βρισκόταν στην αρμοδιότητα της Χωροφυλακής – και όχι κάποιων κοινωνικών υπηρεσιών ένταξης.

Στις περιπτώσεις όπου υλοποιήθηκαν οργανωμένες πολιτικές για την ενσωμάτωσή τους, με έμφαση τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία και την εκπαίδευση, αυτές στέφθηκαν με επιτυχία. Έτσι, οι συστηματικές προσπάθειες πριν από αρκετές δεκαετίες στην περιοχή των Σερρών, οδήγησαν σε μία ενταγμένη σήμερα κοινότητα. Το ίδιο έγινε στην Αγία Βαρβάρα και το Ίλιον Αττικής, το Ηράκλειο Κρήτης και άλλες περιοχές όπου σήμερα ζουν ενσωματωμένες κοινότητες, Ρομά γυναίκες και άντρες πτυχιούχοι και επιτυχημένοι επαγγελματίες. Άλλοι έχουν αφομοιωθεί και έτσι υπάρχουν σήμερα Ρομά που υπηρετούν πχ. στην αστυνομία ή εργάζονται σε άλλες υπηρεσίες, οι οποίοι όμως επιλέγουν να μην αποκαλύψουν την καταγωγή τους προκειμένου να προστατευθούν από τα καχύποπτα βλέμματα.

Αντίθετα, σε πολλές άλλες περιπτώσεις – όπως στην γενέτειρα του Κώστα Φραγκούλη – οι κοινότητες των Ρομά έχουν αφεθεί για δεκαετίες στην τύχη τους. Να παλεύουν να επιβιώσουν ζώντας σε αυτοσχέδια παραπήγματα, με ελλιπή πρόσβαση στην (ποιοτική) εκπαίδευση, μηδενικές προοπτικές να αποκτήσουν ένα σταθερό εισόδημα. Στην χειρότερη περίπτωση, έχουν δει τα παραπήγματά τους να γκρεμίζονται από τις αρχές και αυτοί να διώκονται. Οι τοπικές κοινωνικές υπηρεσίες αλλά και τα διάφορα προγράμματα διαχειρίζονται μια συνθήκη αποκλεισμού χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη προκειμένου να την ανατρέψουν. Η στήριξη από τα ισχνά κοινωνικά επιδόματα είναι η μόνη λύση για σταθερό εισόδημα λίγων εκατοντάδων ευρώ τον μήνα. Φυσικά, κάποιοι καταφεύγουν σε μικροκλοπές και παραβάσεις. Τότε είναι που οι αρχές πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές και να δρουν στην κατεύθυνση της ανάπτυξης σχέσεων εμπιστοσύνης με τις κοινότητες των Ρομά. Έτσι μόνο θα λειτουργήσουν προληπτικά σε αντίστοιχα μελλοντικά περιστατικά.


ΣΧΟΛΙΑ

Επιλέξτε Κατηγορία