ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Μάριο Μπόνι: «Ο Άρης σημάδεψε για πάντα τη ζωή και την καριέρα μου»

Ο «τρελός Ιταλός» περιγράφει για λογαριασμό της «ΜτΚ» και του makthes.gr τις μαγικές στιγμές που έζησε με την κιτρινόμαυρη φανέλα

 03/04/2024 13:00

Μάριο Μπόνι: «Ο Άρης σημάδεψε για πάντα τη ζωή και την καριέρα μου»

Βασίλης Μόσχου

Λίγο μετά την αποθέωσή του από τον κόσμο, στη διάρκεια της γιορτής για τα 110α γενέθλια του Άρη, ο Μάριο Μπόνι, ο «τρελός Ιταλός», ο πιστός Αρειανός από τη Λομβαρδία, περιγράφει στη «ΜτΚ» και το makthes.gr τις μαγικές του στιγμές με την κιτρινόμαυρη φανέλα που, όπως τονίζει, σημάδεψαν για πάντα τη ζωή του σε αθλητικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Ακόμη και για τους υποψιασμένους, όσους δηλαδή γνώριζαν πόσο ιδιαίτερη είναι η σχέση του Μάριο Μπόνι με τον κόσμο του Άρη, η σκηνή ήταν εντυπωσιακή. Ο παρουσιαστής της μεγάλης εκδήλωσης για τα 110α γενέθλια του συλλόγου αναγγέλλει τη βράβευση της ομάδας που κατέκτησε το κύπελλο Κόρατς το 1997 στην Προύσα και η κατάμεστη αίθουσα στο «Ολύμπιον» σείεται, καθώς ο Μάριο είναι ο πρώτος που σηκώνεται για να ανέβει στη σκηνή και ο κόσμος τον αποθεώνει τραγουδώντας το θρυλικό πια σύνθημα «είναι τρελός ο Ιταλός».

Τιμήθηκαν δεκάδες σπουδαίες προσωπικότητες στη διάρκεια της γιορτής και η υποδοχή που τους επιφυλάχθηκε ήταν θερμή. Αυτό που συνέβη όμως όταν βρέθηκε στη σκηνή ο Ιταλός ήταν απερίγραπτο. Μόνον όταν προβλήθηκε το βιντεοσκοπημένο μήνυμα του Νίκου Γκάλη από την Αμερική υπήρξε ανάλογη αντίδραση από τον κόσμο.

Λίγο μετά την αποθέωση στο «Ολύμπιον» έκλεισε και το ραντεβού για αυτήν τη συνέντευξη με τον «τρελό», που μέσα σε μόλις δύο σεζόν με την κιτρινόμαυρη φανέλα (1996-98), κατάφερε να κλέψει τις καρδιές των Αρειανών. Η κουβέντα μαζί του ήταν απολαυστική.

Πώς έζησες την εμπειρία αυτής της μεγάλης γιορτής για τα 110 χρόνια του Άρη; Αλήθεια, περίμενες τέτοια υποδοχή;

«Αυτό που έζησα ήταν τρομερό. Σκέψου, έπαιξα στον Άρη για δύο χρόνια, τη δεκαετία του ‘90. Και γυρνώντας ξανά στη Θεσσαλονίκη, 27 χρόνια μετά, είδα εκατοντάδες ανθρώπους να σηκώνονται όρθιοι και να τραγουδούν το "είναι τρελός ο Ιταλός", το σύνθημα που έλεγαν και τότε, όταν φορούσα τη φανέλα της ομάδας. Αυτό που έζησα ήταν απίστευτο, δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω με λόγια. Μπορώ πάντως να σου πω με σιγουριά ότι κάθε φορά που έρχομαι στη Θεσσαλονίκη αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στο σπίτι μου. Ο Άρης είναι το σπίτι μου. Καταλαβαίνεις;».

Κι αυτό το σύνθημα είναι, προφανώς, κάτι ξεχωριστό. Πώς αισθάνεσαι όταν ακούς τόσους ανθρώπους, διαφορετικών ηλικιών, να τραγουδούν το «είναι τρελός ο Ιταλός»;

«Υπερηφάνεια. Αυτή είναι η λέξη που μου έρχεται αμέσως στο μυαλό. Υπερηφάνεια που είμαι κομμάτι αυτής της ομάδας, υπερηφάνεια γιατί, όπως μου έχουν πει, είναι ελάχιστοι οι παίκτες στους οποίους ο κόσμος έχει αφιερώσει κάποιο σύνθημα. Το έχει κάνει φυσικά για τον Νίκο Γκάλη αλλά δεν είχαν πολλοί άλλοι αυτό το προνόμιο. Ξέρεις τι μου λέει αυτό το σύνθημα; Ότι κατάφερα να αφήσω κάτι σημαντικό πίσω μου, ένα πολύ δυνατό συναίσθημα που σφηνώθηκε μέσα στο μυαλό και τις καρδιές των Αρειανών. Κι αυτό είναι υπέροχο».

sigalas-bonni.jpg

Με τον Γιώργο Σιγάλα, υπό τα βλέμματα των Σβι Σερφ και Λευτέρη Αρβανίτη, κατά την παρουσία του στον αγώνα Άρης - Λαύριο


Τελικά τι είναι για σένα ο Άρης; Τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σου ως αθλητή και ως ανθρώπου;

«Ο Άρης έφερε μία μεγάλη αλλαγή στην καριέρα και τη ζωή μου. Μου έδωσε την ευκαιρία να αγωνιστώ σε κορυφαίο επίπεδο και να κερδίσω έναν μεγάλο τίτλο, όπως το Κύπελλο Κόρατς, μία διοργάνωση που την εποχή εκείνη περιελάμβανε κάποιες από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Για να φτάσουμε στον τελικό αντιμετωπίσαμε την Μπενετόν, που είχε κερδίσει το σκουντέτο στην Ιταλία και μετά βρήκαμε μπροστά μας την Τόφας, που αναδείχθηκε πρωταθλήτρια στην Τουρκία.

Δεν ήταν εύκολο να παίζεις κόντρα σε τέτοιες ομάδες. Το γεγονός λοιπόν ότι ήμουν κομμάτι του Άρη, ενός σπουδαίου κλαμπ που κατέκτησε έναν πολύ σημαντικό ευρωπαϊκό τίτλο, ήταν μια μεγάλη στροφή στην καριέρα μου. Μέσα από τον Άρη απέδειξα πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μου και μετά σε όλους τους άλλους, ότι ήμουν ένας παίκτης φτιαγμένος για κορυφαίες ομάδες».

Και όλο αυτό συνέβη όταν δεν ήσουν πια σε νεαρή ηλικία.

«Ακριβώς. Ήταν η υπόθεση Μποσμάν που τα άλλαξε όλα και μου επέτρεψε να έρθω στον Άρη. Μέχρι τότε οι ομάδες κάλυπταν τις θέσεις των ξένων μόνον με Αμερικάνους αλλά η υπόθεση Μποσμάν άνοιξε τα ευρωπαϊκά σύνορα και άλλαξε ριζικά τη μορφή και τις ισορροπίες του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Στα 33 μου λοιπόν είχα την ευκαιρία να ανοίξω ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα μου. Εγώ βέβαια είχα μια μακρά διαδρομή στο μπάσκετ, η καριέρα μου κράτησε πολλά χρόνια. Για τα δικά μου δεδομένα, λοιπόν, δεν ήμουν μικρός, αλλά ούτε και πολύ μεγάλος».

Μολονότι έχεις κάνει σπουδαία καριέρα και στην Ιταλία, θα έλεγες χωρίς ενδοιασμό ότι τα δύο χρόνια στον Άρη ήταν η κορυφαία περίοδος της καριέρας σου;

«Ναι, σίγουρα ναι. Έχεις δίκιο ότι έκανα πολύ σημαντική καριέρα και στην Ιταλία, αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα πως ο Άρης ήταν το σημαντικότερο κεφάλαιο της καριέρας μου. Είχα την τιμή να παίξω σε ένα τεράστιο κλαμπ με πολύ μεγάλη ιστορία και αμέτρητους τίτλους. Εγώ έφτασα εδώ όταν οι ισορροπίες είχαν αλλάξει και το ελληνικό μπάσκετ είχε πια ως επίκεντρο την Αθήνα. Κι όμως, καταφέραμε να πετύχουμε σπουδαία πράγματα. Ο Άρης με σημάδεψε όχι μόνον σε αθλητικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο. Αυτή η παράμετρος, η ανθρώπινη διάσταση της σχέσης μου με τον Άρη και τον κόσμο του είναι ακόμη πιο σημαντική».

Ποια είναι η πιο γλυκιά ανάμνηση; Ο θρίαμβος στην Ευρώπη ή η κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας, υπό τις συνθήκες που επιτεύχθηκε;

«Αυτά τα δύο χρόνια ήταν γεμάτα με υπέροχες αναμνήσεις. Ήταν μία ιστορία που εξελισσόταν, ένα κρεσέντο. Εντάξει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάκτηση του Κόρατς ήταν μία φοβερή εμπειρία. Οι δύο ημιτελικοί με την Μπενετόν και μετά η μάχη με την Τόφας στον τελικό ήταν κάτι πραγματικά σπουδαίο και γέννησαν αναμνήσεις που μας σημάδεψαν όλους. Ειδικά για μένα, τα παιχνίδια με την Μπενετόν είχαν ιδιαίτερο χρώμα, αφού ήμουν ένας από τους πρωταγωνιστές και έκανα αυτές τις εξαιρετικές εμφανίσεις κόντρα σε μία ιταλική ομάδα. Θυμάμαι ότι ο κόσμος είχε τρελαθεί με την πρόκριση στον τελικό.

Και μετά όμως, ο τρόπος με τον οποίο κατακτήσαμε το Κύπελλο ήταν απίστευτος. Ύστερα από μία ήττα με 11 πόντους στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν καθόλου εύκολο να πάμε στην Τουρκία και να κάνουμε αυτό που κάναμε. Πήγαμε εκεί και όχι απλά νικήσαμε αλλά ισοπεδώσαμε μία πολύ δυνατή ομάδα. Μέσα στην έδρα της, σε μία απολύτως εχθρική ατμόσφαιρα. Προφανώς δεν ήταν μόνον αθλητικό το ζήτημα. Υπήρχε αναμφίβολα και η πολιτική διάσταση. Αυτή η διάσταση έκανε τη νίκη μας ακόμη πιο σημαντική. Εγώ βέβαια το βίωσα ως Ιταλός, αλλά ζώντας στη Θεσσαλονίκη είχα συνειδητοποιήσει πόσο πάθος υπήρχε για τα παιχνίδια αυτά, όχι μόνον επειδή κρινόταν ένας μεγάλος τίτλος, αλλά και γιατί ο αντίπαλος ήταν μία ομάδα από την Τουρκία.

Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό που συνέβη όταν επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη. Ο κόσμος είχε γεμίσει την πλατεία Αριστοτέλους ενώ όταν προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο, οι οπαδοί είχαν κυριολεκτικά περικυκλώσει το αεροπλάνο. Μετά μπήκαμε στο πούλμαν για να διασχίσουμε την πόλη και βλέπαμε κόσμο στα μπαλκόνια με κρεμασμένες τις σημαίες του Άρη και της Ελλάδας. Ήταν ταυτόχρονα ένας αθλητικός και ένας εθνικός θρίαμβος. Ζήσαμε απίστευτες στιγμές. Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν και η υποδοχή που επιφύλασσε ο κόσμος στον... Μεγαλέξανδρο, όταν επέστρεφε θριαμβευτής από τις εκστρατείες του!

Στην Ιταλία πάντα μού ζητούσαν να τους διηγηθώ αυτές τις στιγμές. Ήθελαν να καταλάβουν τι σημαίνει να παίζεις στον Άρη, μπροστά σε αυτόν τον κόσμο. Προσπάθησα να τους εξηγήσω πώς είναι να το ζεις από μέσα. Έβλεπαν από την τηλεόραση και ήξεραν ότι για τους αντιπάλους ήταν μία κόλαση».

liadelis-bonni.jpg

Με τον Παναγιώτη Λιαδέλη, κρατούν με υπερηφάνεια το τρόπαιο του Κυπέλλου Κόρατς, το 1997


Όπως είπες πριν, ο Άρης σε έχει σημαδέψει ως αθλητή και ως άνθρωπο. Αν σου δινόταν η ευκαιρία, θα επέστρεφες για να τον υπηρετήσεις και από κάποιο άλλο πόστο;

«Είμαι πάντα ανοιχτός σε κάθε ευκαιρία που έχει να κάνει με το μπάσκετ. Όταν μάλιστα πρόκειται για τον Άρη, μιλάμε και για ένα ισχυρότατο συναισθηματικό δέσιμο. Αυτό που έζησα στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την παρουσία μου στη γιορτή δεν περιγράφεται. Ο κόσμος εκφράζει πάντα την αγάπη του με έναν τρόπο που με αφήνει άφωνο. Σε ό,τι αφορά το επαγγελματικό σκέλος, βέβαια, το συναίσθημα δεν είναι το μόνο που μετρά. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχουν και οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Εννοείται πάντως πως θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη».

Όταν ήσουν μικρός έπαιζες μόνο μπάσκετ;

«Όχι. Μου άρεσαν κι άλλα σπορ, ο στίβος, το βόλεϊ, το ποδόσφαιρο. Κατάγομαι άλλωστε από μία περιοχή στην Βόρεια Ιταλία που έχει μεγάλη παράδοση στον αθλητισμό. Στα παιδικά μου χρόνια έπαιζα πολύ ποδόσφαιρο και μέχρι κάποια ηλικία δεν είχα κάνει την τελική μου επιλογή. Τελικά διάλεξα το μπάσκετ και πιστεύω ότι ήταν η σωστή απόφαση. Ήμουν πάντα καλύτερος με την μπάλα στα χέρια και όχι στα πόδια».

Ποιο ήταν το μπασκετικό σου είδωλο;

«Αν και δεν είχαμε σημαντική διαφορά ηλικίας, θαύμαζα τον Αντονέλο Ρίβα. Το είδωλό μου όμως ήταν ένας Αμερικανός, ο Μπομπ Μορς. Ήταν ένας εκπληκτικός παίκτης που έκανε μεγάλη καριέρα με τη Βαρέζε. Αν με ρωτήσεις, πάντως, ποιος είναι ο κορυφαίος Ιταλός όλων των εποχών, θα σου πω ότι είναι ο Ντίνο Μενεγκίν. Ξέρω ότι έπαιξε πολλές φορές κόντρα στον Άρη. Θυμάμαι και εκείνα τα απίστευτα ματς του 1986. Τη μεγάλη ανατροπή της Τρέισερ, στο Μιλάνο, μετά από τη βαριά ήττα στη Θεσσαλονίκη. Είχε χάσει με 31 πόντους στην Ελλάδα και νίκησε με 34 στην Ιταλία».

Ποδόσφαιρο παρακολουθείς; Ποια ομάδα υποστηρίζεις;

«Ο μπαμπάς μου υποστήριζε τη Μίλαν αλλά ο θείος μου ήταν οπαδός της Ίντερ και με πήγαινε στο Μεάτσα για να δω τους αγώνες των νερατζούρι. Ο αγαπημένος μου παίκτης ήταν ο Εβαρίστο Μπεκαλόσι. Ένας θρύλος για τη δική μου γενιά. Ήταν τρομερό το δίδυμο Μπεκαλόσι - Αλτομπέλι. Κάπως έτσι έγινα κι εγώ νερατζούρο και παρακολουθώ όσο πιο στενά μπορώ την ομάδα. Φέτος είμαστε πολύ κοντά στην κατάκτηση του 20ού σκουντέτο και είμαι έτοιμος να πανηγυρίσω για το δεύτερο αστέρι στη φανέλα!».

Με την πολιτική ασχολείσαι; Θα πας να ψηφίσεις στις Ευρωεκλογές και αν ναι, ποια είναι η ιδεολογική σου τοποθέτηση;

«Φυσικά και θα πάω. Κοίτα, μπορώ να πω ότι ανήκω στην κεντροδεξιά, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είμαι προκατειλημμένος. Θα σου έλεγα ότι πιστεύω στον πολιτικό διπολισμό, την εναλλαγή των δύο μεγάλων παρατάξεων στην εξουσία. Υπάρχουν περίοδοι που η χώρα χρειάζεται κεντροαριστερές πολιτικές και άλλες κατά τις οποίες είναι πιο χρήσιμη η κεντροδεξιά προσέγγιση».

Κάποιοι εξέφρασαν φόβους για ακροδεξιά στροφή της Ιταλίας όταν η Τζόρτζα Μελόνι έγινε πρωθυπουργός. Θεωρείς ότι οι εκτιμήσεις αυτές ήταν υπερβολικές;

«Σίγουρα ναι. Δεν υπήρξε ποτέ τέτοιος κίνδυνος. Ο φασισμός ήταν μία ιστορία που τελείωσε οριστικά πριν από 80 χρόνια. Δεν είναι εύκολο να κυβερνήσεις την Ιταλία αλλά μέχρι στιγμής νομίζω ότι τα πάει καλά».

Λίγο μετά την αποθέωσή του από τον κόσμο, στη διάρκεια της γιορτής για τα 110α γενέθλια του Άρη, ο Μάριο Μπόνι, ο «τρελός Ιταλός», ο πιστός Αρειανός από τη Λομβαρδία, περιγράφει στη «ΜτΚ» και το makthes.gr τις μαγικές του στιγμές με την κιτρινόμαυρη φανέλα που, όπως τονίζει, σημάδεψαν για πάντα τη ζωή του σε αθλητικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Ακόμη και για τους υποψιασμένους, όσους δηλαδή γνώριζαν πόσο ιδιαίτερη είναι η σχέση του Μάριο Μπόνι με τον κόσμο του Άρη, η σκηνή ήταν εντυπωσιακή. Ο παρουσιαστής της μεγάλης εκδήλωσης για τα 110α γενέθλια του συλλόγου αναγγέλλει τη βράβευση της ομάδας που κατέκτησε το κύπελλο Κόρατς το 1997 στην Προύσα και η κατάμεστη αίθουσα στο «Ολύμπιον» σείεται, καθώς ο Μάριο είναι ο πρώτος που σηκώνεται για να ανέβει στη σκηνή και ο κόσμος τον αποθεώνει τραγουδώντας το θρυλικό πια σύνθημα «είναι τρελός ο Ιταλός».

Τιμήθηκαν δεκάδες σπουδαίες προσωπικότητες στη διάρκεια της γιορτής και η υποδοχή που τους επιφυλάχθηκε ήταν θερμή. Αυτό που συνέβη όμως όταν βρέθηκε στη σκηνή ο Ιταλός ήταν απερίγραπτο. Μόνον όταν προβλήθηκε το βιντεοσκοπημένο μήνυμα του Νίκου Γκάλη από την Αμερική υπήρξε ανάλογη αντίδραση από τον κόσμο.

Λίγο μετά την αποθέωση στο «Ολύμπιον» έκλεισε και το ραντεβού για αυτήν τη συνέντευξη με τον «τρελό», που μέσα σε μόλις δύο σεζόν με την κιτρινόμαυρη φανέλα (1996-98), κατάφερε να κλέψει τις καρδιές των Αρειανών. Η κουβέντα μαζί του ήταν απολαυστική.

Πώς έζησες την εμπειρία αυτής της μεγάλης γιορτής για τα 110 χρόνια του Άρη; Αλήθεια, περίμενες τέτοια υποδοχή;

«Αυτό που έζησα ήταν τρομερό. Σκέψου, έπαιξα στον Άρη για δύο χρόνια, τη δεκαετία του ‘90. Και γυρνώντας ξανά στη Θεσσαλονίκη, 27 χρόνια μετά, είδα εκατοντάδες ανθρώπους να σηκώνονται όρθιοι και να τραγουδούν το "είναι τρελός ο Ιταλός", το σύνθημα που έλεγαν και τότε, όταν φορούσα τη φανέλα της ομάδας. Αυτό που έζησα ήταν απίστευτο, δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω με λόγια. Μπορώ πάντως να σου πω με σιγουριά ότι κάθε φορά που έρχομαι στη Θεσσαλονίκη αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στο σπίτι μου. Ο Άρης είναι το σπίτι μου. Καταλαβαίνεις;».

Κι αυτό το σύνθημα είναι, προφανώς, κάτι ξεχωριστό. Πώς αισθάνεσαι όταν ακούς τόσους ανθρώπους, διαφορετικών ηλικιών, να τραγουδούν το «είναι τρελός ο Ιταλός»;

«Υπερηφάνεια. Αυτή είναι η λέξη που μου έρχεται αμέσως στο μυαλό. Υπερηφάνεια που είμαι κομμάτι αυτής της ομάδας, υπερηφάνεια γιατί, όπως μου έχουν πει, είναι ελάχιστοι οι παίκτες στους οποίους ο κόσμος έχει αφιερώσει κάποιο σύνθημα. Το έχει κάνει φυσικά για τον Νίκο Γκάλη αλλά δεν είχαν πολλοί άλλοι αυτό το προνόμιο. Ξέρεις τι μου λέει αυτό το σύνθημα; Ότι κατάφερα να αφήσω κάτι σημαντικό πίσω μου, ένα πολύ δυνατό συναίσθημα που σφηνώθηκε μέσα στο μυαλό και τις καρδιές των Αρειανών. Κι αυτό είναι υπέροχο».

sigalas-bonni.jpg

Με τον Γιώργο Σιγάλα, υπό τα βλέμματα των Σβι Σερφ και Λευτέρη Αρβανίτη, κατά την παρουσία του στον αγώνα Άρης - Λαύριο


Τελικά τι είναι για σένα ο Άρης; Τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σου ως αθλητή και ως ανθρώπου;

«Ο Άρης έφερε μία μεγάλη αλλαγή στην καριέρα και τη ζωή μου. Μου έδωσε την ευκαιρία να αγωνιστώ σε κορυφαίο επίπεδο και να κερδίσω έναν μεγάλο τίτλο, όπως το Κύπελλο Κόρατς, μία διοργάνωση που την εποχή εκείνη περιελάμβανε κάποιες από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Για να φτάσουμε στον τελικό αντιμετωπίσαμε την Μπενετόν, που είχε κερδίσει το σκουντέτο στην Ιταλία και μετά βρήκαμε μπροστά μας την Τόφας, που αναδείχθηκε πρωταθλήτρια στην Τουρκία.

Δεν ήταν εύκολο να παίζεις κόντρα σε τέτοιες ομάδες. Το γεγονός λοιπόν ότι ήμουν κομμάτι του Άρη, ενός σπουδαίου κλαμπ που κατέκτησε έναν πολύ σημαντικό ευρωπαϊκό τίτλο, ήταν μια μεγάλη στροφή στην καριέρα μου. Μέσα από τον Άρη απέδειξα πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μου και μετά σε όλους τους άλλους, ότι ήμουν ένας παίκτης φτιαγμένος για κορυφαίες ομάδες».

Και όλο αυτό συνέβη όταν δεν ήσουν πια σε νεαρή ηλικία.

«Ακριβώς. Ήταν η υπόθεση Μποσμάν που τα άλλαξε όλα και μου επέτρεψε να έρθω στον Άρη. Μέχρι τότε οι ομάδες κάλυπταν τις θέσεις των ξένων μόνον με Αμερικάνους αλλά η υπόθεση Μποσμάν άνοιξε τα ευρωπαϊκά σύνορα και άλλαξε ριζικά τη μορφή και τις ισορροπίες του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Στα 33 μου λοιπόν είχα την ευκαιρία να ανοίξω ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα μου. Εγώ βέβαια είχα μια μακρά διαδρομή στο μπάσκετ, η καριέρα μου κράτησε πολλά χρόνια. Για τα δικά μου δεδομένα, λοιπόν, δεν ήμουν μικρός, αλλά ούτε και πολύ μεγάλος».

Μολονότι έχεις κάνει σπουδαία καριέρα και στην Ιταλία, θα έλεγες χωρίς ενδοιασμό ότι τα δύο χρόνια στον Άρη ήταν η κορυφαία περίοδος της καριέρας σου;

«Ναι, σίγουρα ναι. Έχεις δίκιο ότι έκανα πολύ σημαντική καριέρα και στην Ιταλία, αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα πως ο Άρης ήταν το σημαντικότερο κεφάλαιο της καριέρας μου. Είχα την τιμή να παίξω σε ένα τεράστιο κλαμπ με πολύ μεγάλη ιστορία και αμέτρητους τίτλους. Εγώ έφτασα εδώ όταν οι ισορροπίες είχαν αλλάξει και το ελληνικό μπάσκετ είχε πια ως επίκεντρο την Αθήνα. Κι όμως, καταφέραμε να πετύχουμε σπουδαία πράγματα. Ο Άρης με σημάδεψε όχι μόνον σε αθλητικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο. Αυτή η παράμετρος, η ανθρώπινη διάσταση της σχέσης μου με τον Άρη και τον κόσμο του είναι ακόμη πιο σημαντική».

Ποια είναι η πιο γλυκιά ανάμνηση; Ο θρίαμβος στην Ευρώπη ή η κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας, υπό τις συνθήκες που επιτεύχθηκε;

«Αυτά τα δύο χρόνια ήταν γεμάτα με υπέροχες αναμνήσεις. Ήταν μία ιστορία που εξελισσόταν, ένα κρεσέντο. Εντάξει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάκτηση του Κόρατς ήταν μία φοβερή εμπειρία. Οι δύο ημιτελικοί με την Μπενετόν και μετά η μάχη με την Τόφας στον τελικό ήταν κάτι πραγματικά σπουδαίο και γέννησαν αναμνήσεις που μας σημάδεψαν όλους. Ειδικά για μένα, τα παιχνίδια με την Μπενετόν είχαν ιδιαίτερο χρώμα, αφού ήμουν ένας από τους πρωταγωνιστές και έκανα αυτές τις εξαιρετικές εμφανίσεις κόντρα σε μία ιταλική ομάδα. Θυμάμαι ότι ο κόσμος είχε τρελαθεί με την πρόκριση στον τελικό.

Και μετά όμως, ο τρόπος με τον οποίο κατακτήσαμε το Κύπελλο ήταν απίστευτος. Ύστερα από μία ήττα με 11 πόντους στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν καθόλου εύκολο να πάμε στην Τουρκία και να κάνουμε αυτό που κάναμε. Πήγαμε εκεί και όχι απλά νικήσαμε αλλά ισοπεδώσαμε μία πολύ δυνατή ομάδα. Μέσα στην έδρα της, σε μία απολύτως εχθρική ατμόσφαιρα. Προφανώς δεν ήταν μόνον αθλητικό το ζήτημα. Υπήρχε αναμφίβολα και η πολιτική διάσταση. Αυτή η διάσταση έκανε τη νίκη μας ακόμη πιο σημαντική. Εγώ βέβαια το βίωσα ως Ιταλός, αλλά ζώντας στη Θεσσαλονίκη είχα συνειδητοποιήσει πόσο πάθος υπήρχε για τα παιχνίδια αυτά, όχι μόνον επειδή κρινόταν ένας μεγάλος τίτλος, αλλά και γιατί ο αντίπαλος ήταν μία ομάδα από την Τουρκία.

Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό που συνέβη όταν επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη. Ο κόσμος είχε γεμίσει την πλατεία Αριστοτέλους ενώ όταν προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο, οι οπαδοί είχαν κυριολεκτικά περικυκλώσει το αεροπλάνο. Μετά μπήκαμε στο πούλμαν για να διασχίσουμε την πόλη και βλέπαμε κόσμο στα μπαλκόνια με κρεμασμένες τις σημαίες του Άρη και της Ελλάδας. Ήταν ταυτόχρονα ένας αθλητικός και ένας εθνικός θρίαμβος. Ζήσαμε απίστευτες στιγμές. Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν και η υποδοχή που επιφύλασσε ο κόσμος στον... Μεγαλέξανδρο, όταν επέστρεφε θριαμβευτής από τις εκστρατείες του!

Στην Ιταλία πάντα μού ζητούσαν να τους διηγηθώ αυτές τις στιγμές. Ήθελαν να καταλάβουν τι σημαίνει να παίζεις στον Άρη, μπροστά σε αυτόν τον κόσμο. Προσπάθησα να τους εξηγήσω πώς είναι να το ζεις από μέσα. Έβλεπαν από την τηλεόραση και ήξεραν ότι για τους αντιπάλους ήταν μία κόλαση».

liadelis-bonni.jpg

Με τον Παναγιώτη Λιαδέλη, κρατούν με υπερηφάνεια το τρόπαιο του Κυπέλλου Κόρατς, το 1997


Όπως είπες πριν, ο Άρης σε έχει σημαδέψει ως αθλητή και ως άνθρωπο. Αν σου δινόταν η ευκαιρία, θα επέστρεφες για να τον υπηρετήσεις και από κάποιο άλλο πόστο;

«Είμαι πάντα ανοιχτός σε κάθε ευκαιρία που έχει να κάνει με το μπάσκετ. Όταν μάλιστα πρόκειται για τον Άρη, μιλάμε και για ένα ισχυρότατο συναισθηματικό δέσιμο. Αυτό που έζησα στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την παρουσία μου στη γιορτή δεν περιγράφεται. Ο κόσμος εκφράζει πάντα την αγάπη του με έναν τρόπο που με αφήνει άφωνο. Σε ό,τι αφορά το επαγγελματικό σκέλος, βέβαια, το συναίσθημα δεν είναι το μόνο που μετρά. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχουν και οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Εννοείται πάντως πως θα ήμουν πολύ χαρούμενος αν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη».

Όταν ήσουν μικρός έπαιζες μόνο μπάσκετ;

«Όχι. Μου άρεσαν κι άλλα σπορ, ο στίβος, το βόλεϊ, το ποδόσφαιρο. Κατάγομαι άλλωστε από μία περιοχή στην Βόρεια Ιταλία που έχει μεγάλη παράδοση στον αθλητισμό. Στα παιδικά μου χρόνια έπαιζα πολύ ποδόσφαιρο και μέχρι κάποια ηλικία δεν είχα κάνει την τελική μου επιλογή. Τελικά διάλεξα το μπάσκετ και πιστεύω ότι ήταν η σωστή απόφαση. Ήμουν πάντα καλύτερος με την μπάλα στα χέρια και όχι στα πόδια».

Ποιο ήταν το μπασκετικό σου είδωλο;

«Αν και δεν είχαμε σημαντική διαφορά ηλικίας, θαύμαζα τον Αντονέλο Ρίβα. Το είδωλό μου όμως ήταν ένας Αμερικανός, ο Μπομπ Μορς. Ήταν ένας εκπληκτικός παίκτης που έκανε μεγάλη καριέρα με τη Βαρέζε. Αν με ρωτήσεις, πάντως, ποιος είναι ο κορυφαίος Ιταλός όλων των εποχών, θα σου πω ότι είναι ο Ντίνο Μενεγκίν. Ξέρω ότι έπαιξε πολλές φορές κόντρα στον Άρη. Θυμάμαι και εκείνα τα απίστευτα ματς του 1986. Τη μεγάλη ανατροπή της Τρέισερ, στο Μιλάνο, μετά από τη βαριά ήττα στη Θεσσαλονίκη. Είχε χάσει με 31 πόντους στην Ελλάδα και νίκησε με 34 στην Ιταλία».

Ποδόσφαιρο παρακολουθείς; Ποια ομάδα υποστηρίζεις;

«Ο μπαμπάς μου υποστήριζε τη Μίλαν αλλά ο θείος μου ήταν οπαδός της Ίντερ και με πήγαινε στο Μεάτσα για να δω τους αγώνες των νερατζούρι. Ο αγαπημένος μου παίκτης ήταν ο Εβαρίστο Μπεκαλόσι. Ένας θρύλος για τη δική μου γενιά. Ήταν τρομερό το δίδυμο Μπεκαλόσι - Αλτομπέλι. Κάπως έτσι έγινα κι εγώ νερατζούρο και παρακολουθώ όσο πιο στενά μπορώ την ομάδα. Φέτος είμαστε πολύ κοντά στην κατάκτηση του 20ού σκουντέτο και είμαι έτοιμος να πανηγυρίσω για το δεύτερο αστέρι στη φανέλα!».

Με την πολιτική ασχολείσαι; Θα πας να ψηφίσεις στις Ευρωεκλογές και αν ναι, ποια είναι η ιδεολογική σου τοποθέτηση;

«Φυσικά και θα πάω. Κοίτα, μπορώ να πω ότι ανήκω στην κεντροδεξιά, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είμαι προκατειλημμένος. Θα σου έλεγα ότι πιστεύω στον πολιτικό διπολισμό, την εναλλαγή των δύο μεγάλων παρατάξεων στην εξουσία. Υπάρχουν περίοδοι που η χώρα χρειάζεται κεντροαριστερές πολιτικές και άλλες κατά τις οποίες είναι πιο χρήσιμη η κεντροδεξιά προσέγγιση».

Κάποιοι εξέφρασαν φόβους για ακροδεξιά στροφή της Ιταλίας όταν η Τζόρτζα Μελόνι έγινε πρωθυπουργός. Θεωρείς ότι οι εκτιμήσεις αυτές ήταν υπερβολικές;

«Σίγουρα ναι. Δεν υπήρξε ποτέ τέτοιος κίνδυνος. Ο φασισμός ήταν μία ιστορία που τελείωσε οριστικά πριν από 80 χρόνια. Δεν είναι εύκολο να κυβερνήσεις την Ιταλία αλλά μέχρι στιγμής νομίζω ότι τα πάει καλά».

ΣΧΟΛΙΑ

Επιλέξτε Κατηγορία