ΑΠΟΨΕΙΣ

Για πρώτη φορά δεν είδα Βουλή

Δεν αντέχεται αυτή η τοξικότητα, αυτό το εκφερόμενο μίσος, αυτό το υποβαθμισμένο επίπεδο

 29/01/2023 20:00

Για πρώτη φορά δεν είδα Βουλή

Μιχάλης Αλεξανδρίδης

Προσπαθώ να παρακολουθήσω τη συζήτηση που διεξάγεται στη Βουλή μετά την πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης για την υπόθεση των υποκλοπών και αδυνατώ να ξεπεράσω αυτά που νιώθω.

Πείθω τον εαυτό μου πως πρέπει να το κάνω από επαγγελματική υποχρέωση, αλλά και πάλι πλημυρίζω από αγανάκτηση.

Δεν αντέχεται αυτή η τοξικότητα, αυτό το εκφερόμενο μίσος, αυτό το υποβαθμισμένο επίπεδο.

Παράλληλα απορώ πώς σοβαροί -κατά τα άλλα- άνθρωποι, κατά τεκμήριο μορφωμένοι, καλλιεργημένοι και ευφυείς, επιλέγουν να μεταμορφώνονται σε μονομάχους στην αρένα και αφήνονται να παρασυρθούν από ρητορική μίσους, αντί να συζητήσουν με ευπρέπεια, να εξηγήσουν, να συμφωνήσουν και να διαφωνήσουν.

Ανατρέχω στο παρελθόν, το πρόσφατο και το μακρινό. Θυμάμαι ότι και τότε το ίδιο εμφυλιοπολεμικό κλίμα επικρατούσε. Παρόμοια μανιχαϊστικά διλήμματα για το φως με το σκοτάδι, το καλό με το κακό, το ηθικό και το εγκληματικό. Με τη διαφορά πως τότε το άντεχα. Ίσως επειδή ήμουν μικρότερος και θεωρούσα πως αυτή η δουλειά -της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κυβέρνηση κι αντιπολίτευση- έτσι πρέπει να γίνεται. Ίσως πάλι επειδή ως άμαθος νόμιζα ότι αυτό είναι η πολιτική.

Η περίοδος των μνημονίων -ιδιαίτερα η πρώτη κατά την οποία οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πολιορκούσαν την εξουσία- με επηρέασε βαθιά σε πολλούς τομείς. Κυρίως με οδήγησε στο να συνειδητοποιήσω το οριστικό κι αμετάκλητο διαζύγιό μου με τον βούρκο, με τη λάσπη στον ανεμιστήρα, με τον πολιτικό τραμπουκισμό, τη βία.

Άλλαξαν πολλά μέσα μου, εκείνη την εποχή. Τελικά, υποσχέθηκα στον εαυτό μου, πως καθόλη τη διάρκεια της εναπομείνασας δημοσιογραφικής μου διαδρομής, δεν πρόκειται να επικροτήσω ποτέ την καταφυγή στην ακραία τοξικότητα και τον λόγο που δηλητηριάζει, που βάζει ανθρώπους να μισιούνται και να «σκοτώνονται» μεταξύ τους στα καφενεία και τις παρέες τους, κεντρίζοντας τα πλέον άγρια ένστικτά τους.

Το υποσχέθηκα και το τήρησα. Κατάφερα να αγνοήσω κοκορομαχίες, κουτσαβακισμούς, χυδαιολογίες. Τέρμα. Δεν θέλω να ανήκω στο κοινό εκείνων που μας κοροϊδεύουν μπροστά στα μούτρα μας, υποδυόμενοι τους έξαλλους, τους αγανακτισμένους στα πρόθυρα του εμφράγματος, ενώ λίγη ώρα μετά το τέλος της…παράστασής τους, μπορούν άνετα να χαριεντίζονται μεταξύ τους ανταλλάσσοντας φιλοφρονήσεις, όντας ευτυχείς που έκαστος συνάρπασε το δικό του ακροατήριο καθυβρίζοντας τον άλλον…

Πλέον, ασκούμαι στο επόμενο βήμα της ατομικής μου αντίδρασης: να αρνούμαι να μπω στο τριπάκι των συμψηφισμών. Αυτής της μάστιγας που οδηγεί τον καθένα, άλλο να τον ρωτάνε και άλλο να απαντάει. Ή καλύτερα στο αντί να απαντάει, να επιτίθεται με ένα «δεν έχετε δικαίωμα δια να ομιλείτε» επειδή εσείς κάνατε…

Δεν θέλω να είναι ο πολιτικός πολιτισμός της χώρας μου αυτό που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες και παρακαλώ από καρδιάς όλους όσοι δυσανασχετούμε με αυτό το νοσηρό κλίμα, να απαιτήσουμε- με όποιον τρόπο μπορεί καθένας- να ανακοπεί αυτή η… κακιά συνήθεια της πολιτικής αλά ελληνικά.

ΥΓ Δυστυχώς δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος αναφορικά με όσα μας επιφυλάσσει η επερχόμενη προεκλογική περίοδος. Φοβούμαι πως θα κάνουμε… ρεκόρ σε τοξικότητα και οξείες πλην ανούσιες αντιπαραθέσεις.


Μπορεί, όπως εξηγώ στη διπλανή στήλη, να μην αντέχω να δω σε ζωντανή σύνδεση τον ατέλειωτο καυγά που μόνο το σοβαρότατο, αν όχι υπέρτατο, ζήτημα της Δημοκρατίας για το οποίο κλήθηκε να συζητά επί ένα τριήμερο η Βουλή, δεν υπηρετεί, αλλά δεν είμαι στους τυχερούς που μπορούν να απολαύσουν το δικαίωμα στην... αποσύνδεση.

Έτσι, μοιραία, η τοξικότητα μπορεί να μη μου ήρθε κατακούτελα μέσω της μικρής οθόνης, αλλά με κυνήγησε και με βρήκε στο κινητό, το laptop, τα κάθε λογής applications που χρησιμοποιώ όπως όλοι μας.

Και ακόμα πιο μοιραία, δεν μπόρεσα παρά να κάνω τη σύνδεση με τη θλιβερή επέτειο της δολοφονίας του Άλκη, την οποία αναδεικνύει με το πρωτοσέλιδο θέμα της και το οκτασέλιδο αφιέρωμά της σήμερα η «ΜτΚ».

Θα μου πείτε, τι σχέση έχουν οι αλαλάζοντες εκπρόσωποι του λαού με τους κοινούς δολοφόνους που αυτές τις μέρες βρίσκονται στο εδώλιο προκειμένου να πληρώσουν για το αίμα του παιδιού που έχυσαν στα σκαλιά μίας οικοδομής στην οδό Γαζή (και πλέον Άλκη Καμπανού);

Μεγάλη, θα απαντήσω και θα εξηγήσω γιατί σε τόσο τοξικό κλίμα γύρω μας δεν θέλω και πολύ να παρεξηγηθώ, ειδικά απ’ όσους είναι με το ζωνάρι λυτό για καυγά.

Όπως γράψαμε, λοιπόν, πολλές φορές στις σελίδες της «ΜτΚ» από πέρσι που δολοφονήθηκε ο Άλκης μέχρι και σήμερα, οι υπαίτιοι είναι εκείνοι οι 12 που κάθονται αυτές τις ημέρες στο εδώλιο, όμως οι αίτιοι για μία κοινωνία που κυριαρχεί το μίσος και βασιλεύει η οργή είναι πολλές εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες.

Είναι όλοι όσοι δεν έμαθαν ποτέ να μιλούν με σεβασμό και ευγένεια στη γυναίκα, τον άντρα ή το παιδί τους, το γείτονα του πάνω πατώματος, το συνάδελφο του διπλανού γραφείου...

Και όταν τους δόθηκε δημόσιο βήμα, είτε αυτό είναι ένα πρωινάδικο, είτε μία ενημερωτική εκπομπή, είτε ένα σίριαλ, είτε το ίδιο το ιερό για τη δημοκρατία βήμα του Κοινοβουλίου, καλλιέργησαν με τα λόγια τους το φόβο, την έχθρα, την απέχθεια και τελικά το μίσος για ό,τι δεν είναι ίδιο με αυτούς, για όποιον δε μιλά την ίδια ακριβώς γλώσσα, για όποιον δε συμφωνεί τυφλά...

Πόσο πολύ θέλει το μίσος που ξεχειλίζει από τις λέξεις που εκτοξεύονται στο σπίτι, το καφενείο, το γραφείο, την ταβέρνα, το μπαρ, την τηλεόραση αλλά και το ίδιο το Κοινοβούλιο να γίνει κανονικότητα και οι λέξεις να γίνουν πιστόλια, μαχαίρια ή ακόμα και δρεπάνια, σαν και εκείνο που στέρησε τη ζωή στον Άλκη μόλις στα 19 του;

Ελάχιστα, θα απαντήσω και ας μην επιχειρήσει κανείς να διαστρεβλώσει ή να κάνει πως δεν καταλαβαίνει τα γραφόμενά μου, πώς τάχα αθωώνω τους φυσικούς αυτουργούς και τάχα ενοχοποιώ τους στυλοβάτες της πολιτικής και κοινωνικής ζωή του τόπου.

Αλλά όταν η τοξικότητα έχει αναχθεί σε πλήρη και απόλυτη κανονικότητα, το δηλητήριο που διαχέεται στην κοινωνία είναι μεγάλο και το πόσο θα επηρεάσει όποιον το απορροφήσει, δεν το ξέρει κανείς.

Στη μνήμη, λοιπόν, του Άλκη οφείλουμε πολλά. Από το να βρούμε τι έκανε ο καθένας από τους χουλιγκάνους εκείνη τη μοιραία νύχτα μέχρι να σταματήσουμε επιτέλους να καταπίνουμε μίσος και να σκορπάμε οργή...

* Δημοσιεύτηκε στη «ΜτΚ» στις 29.01.2022

Προσπαθώ να παρακολουθήσω τη συζήτηση που διεξάγεται στη Βουλή μετά την πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης για την υπόθεση των υποκλοπών και αδυνατώ να ξεπεράσω αυτά που νιώθω.

Πείθω τον εαυτό μου πως πρέπει να το κάνω από επαγγελματική υποχρέωση, αλλά και πάλι πλημυρίζω από αγανάκτηση.

Δεν αντέχεται αυτή η τοξικότητα, αυτό το εκφερόμενο μίσος, αυτό το υποβαθμισμένο επίπεδο.

Παράλληλα απορώ πώς σοβαροί -κατά τα άλλα- άνθρωποι, κατά τεκμήριο μορφωμένοι, καλλιεργημένοι και ευφυείς, επιλέγουν να μεταμορφώνονται σε μονομάχους στην αρένα και αφήνονται να παρασυρθούν από ρητορική μίσους, αντί να συζητήσουν με ευπρέπεια, να εξηγήσουν, να συμφωνήσουν και να διαφωνήσουν.

Ανατρέχω στο παρελθόν, το πρόσφατο και το μακρινό. Θυμάμαι ότι και τότε το ίδιο εμφυλιοπολεμικό κλίμα επικρατούσε. Παρόμοια μανιχαϊστικά διλήμματα για το φως με το σκοτάδι, το καλό με το κακό, το ηθικό και το εγκληματικό. Με τη διαφορά πως τότε το άντεχα. Ίσως επειδή ήμουν μικρότερος και θεωρούσα πως αυτή η δουλειά -της πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κυβέρνηση κι αντιπολίτευση- έτσι πρέπει να γίνεται. Ίσως πάλι επειδή ως άμαθος νόμιζα ότι αυτό είναι η πολιτική.

Η περίοδος των μνημονίων -ιδιαίτερα η πρώτη κατά την οποία οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πολιορκούσαν την εξουσία- με επηρέασε βαθιά σε πολλούς τομείς. Κυρίως με οδήγησε στο να συνειδητοποιήσω το οριστικό κι αμετάκλητο διαζύγιό μου με τον βούρκο, με τη λάσπη στον ανεμιστήρα, με τον πολιτικό τραμπουκισμό, τη βία.

Άλλαξαν πολλά μέσα μου, εκείνη την εποχή. Τελικά, υποσχέθηκα στον εαυτό μου, πως καθόλη τη διάρκεια της εναπομείνασας δημοσιογραφικής μου διαδρομής, δεν πρόκειται να επικροτήσω ποτέ την καταφυγή στην ακραία τοξικότητα και τον λόγο που δηλητηριάζει, που βάζει ανθρώπους να μισιούνται και να «σκοτώνονται» μεταξύ τους στα καφενεία και τις παρέες τους, κεντρίζοντας τα πλέον άγρια ένστικτά τους.

Το υποσχέθηκα και το τήρησα. Κατάφερα να αγνοήσω κοκορομαχίες, κουτσαβακισμούς, χυδαιολογίες. Τέρμα. Δεν θέλω να ανήκω στο κοινό εκείνων που μας κοροϊδεύουν μπροστά στα μούτρα μας, υποδυόμενοι τους έξαλλους, τους αγανακτισμένους στα πρόθυρα του εμφράγματος, ενώ λίγη ώρα μετά το τέλος της…παράστασής τους, μπορούν άνετα να χαριεντίζονται μεταξύ τους ανταλλάσσοντας φιλοφρονήσεις, όντας ευτυχείς που έκαστος συνάρπασε το δικό του ακροατήριο καθυβρίζοντας τον άλλον…

Πλέον, ασκούμαι στο επόμενο βήμα της ατομικής μου αντίδρασης: να αρνούμαι να μπω στο τριπάκι των συμψηφισμών. Αυτής της μάστιγας που οδηγεί τον καθένα, άλλο να τον ρωτάνε και άλλο να απαντάει. Ή καλύτερα στο αντί να απαντάει, να επιτίθεται με ένα «δεν έχετε δικαίωμα δια να ομιλείτε» επειδή εσείς κάνατε…

Δεν θέλω να είναι ο πολιτικός πολιτισμός της χώρας μου αυτό που ζήσαμε τις τελευταίες μέρες και παρακαλώ από καρδιάς όλους όσοι δυσανασχετούμε με αυτό το νοσηρό κλίμα, να απαιτήσουμε- με όποιον τρόπο μπορεί καθένας- να ανακοπεί αυτή η… κακιά συνήθεια της πολιτικής αλά ελληνικά.

ΥΓ Δυστυχώς δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος αναφορικά με όσα μας επιφυλάσσει η επερχόμενη προεκλογική περίοδος. Φοβούμαι πως θα κάνουμε… ρεκόρ σε τοξικότητα και οξείες πλην ανούσιες αντιπαραθέσεις.


Μπορεί, όπως εξηγώ στη διπλανή στήλη, να μην αντέχω να δω σε ζωντανή σύνδεση τον ατέλειωτο καυγά που μόνο το σοβαρότατο, αν όχι υπέρτατο, ζήτημα της Δημοκρατίας για το οποίο κλήθηκε να συζητά επί ένα τριήμερο η Βουλή, δεν υπηρετεί, αλλά δεν είμαι στους τυχερούς που μπορούν να απολαύσουν το δικαίωμα στην... αποσύνδεση.

Έτσι, μοιραία, η τοξικότητα μπορεί να μη μου ήρθε κατακούτελα μέσω της μικρής οθόνης, αλλά με κυνήγησε και με βρήκε στο κινητό, το laptop, τα κάθε λογής applications που χρησιμοποιώ όπως όλοι μας.

Και ακόμα πιο μοιραία, δεν μπόρεσα παρά να κάνω τη σύνδεση με τη θλιβερή επέτειο της δολοφονίας του Άλκη, την οποία αναδεικνύει με το πρωτοσέλιδο θέμα της και το οκτασέλιδο αφιέρωμά της σήμερα η «ΜτΚ».

Θα μου πείτε, τι σχέση έχουν οι αλαλάζοντες εκπρόσωποι του λαού με τους κοινούς δολοφόνους που αυτές τις μέρες βρίσκονται στο εδώλιο προκειμένου να πληρώσουν για το αίμα του παιδιού που έχυσαν στα σκαλιά μίας οικοδομής στην οδό Γαζή (και πλέον Άλκη Καμπανού);

Μεγάλη, θα απαντήσω και θα εξηγήσω γιατί σε τόσο τοξικό κλίμα γύρω μας δεν θέλω και πολύ να παρεξηγηθώ, ειδικά απ’ όσους είναι με το ζωνάρι λυτό για καυγά.

Όπως γράψαμε, λοιπόν, πολλές φορές στις σελίδες της «ΜτΚ» από πέρσι που δολοφονήθηκε ο Άλκης μέχρι και σήμερα, οι υπαίτιοι είναι εκείνοι οι 12 που κάθονται αυτές τις ημέρες στο εδώλιο, όμως οι αίτιοι για μία κοινωνία που κυριαρχεί το μίσος και βασιλεύει η οργή είναι πολλές εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες.

Είναι όλοι όσοι δεν έμαθαν ποτέ να μιλούν με σεβασμό και ευγένεια στη γυναίκα, τον άντρα ή το παιδί τους, το γείτονα του πάνω πατώματος, το συνάδελφο του διπλανού γραφείου...

Και όταν τους δόθηκε δημόσιο βήμα, είτε αυτό είναι ένα πρωινάδικο, είτε μία ενημερωτική εκπομπή, είτε ένα σίριαλ, είτε το ίδιο το ιερό για τη δημοκρατία βήμα του Κοινοβουλίου, καλλιέργησαν με τα λόγια τους το φόβο, την έχθρα, την απέχθεια και τελικά το μίσος για ό,τι δεν είναι ίδιο με αυτούς, για όποιον δε μιλά την ίδια ακριβώς γλώσσα, για όποιον δε συμφωνεί τυφλά...

Πόσο πολύ θέλει το μίσος που ξεχειλίζει από τις λέξεις που εκτοξεύονται στο σπίτι, το καφενείο, το γραφείο, την ταβέρνα, το μπαρ, την τηλεόραση αλλά και το ίδιο το Κοινοβούλιο να γίνει κανονικότητα και οι λέξεις να γίνουν πιστόλια, μαχαίρια ή ακόμα και δρεπάνια, σαν και εκείνο που στέρησε τη ζωή στον Άλκη μόλις στα 19 του;

Ελάχιστα, θα απαντήσω και ας μην επιχειρήσει κανείς να διαστρεβλώσει ή να κάνει πως δεν καταλαβαίνει τα γραφόμενά μου, πώς τάχα αθωώνω τους φυσικούς αυτουργούς και τάχα ενοχοποιώ τους στυλοβάτες της πολιτικής και κοινωνικής ζωή του τόπου.

Αλλά όταν η τοξικότητα έχει αναχθεί σε πλήρη και απόλυτη κανονικότητα, το δηλητήριο που διαχέεται στην κοινωνία είναι μεγάλο και το πόσο θα επηρεάσει όποιον το απορροφήσει, δεν το ξέρει κανείς.

Στη μνήμη, λοιπόν, του Άλκη οφείλουμε πολλά. Από το να βρούμε τι έκανε ο καθένας από τους χουλιγκάνους εκείνη τη μοιραία νύχτα μέχρι να σταματήσουμε επιτέλους να καταπίνουμε μίσος και να σκορπάμε οργή...

* Δημοσιεύτηκε στη «ΜτΚ» στις 29.01.2022

ΣΧΟΛΙΑ

Επιλέξτε Κατηγορία