ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φεστιβάλ Βενετίας: Όταν οι Έλληνες εντυπωσίαζαν

Με αφορμή την έναρξη της διοργάνωσης κάνουμε μια ανασκόπηση στην παρουσία των δημιουργών της χώρας μας σ' αυτή

 28/08/2019 10:00

Φεστιβάλ Βενετίας: Όταν οι Έλληνες εντυπωσίαζαν

Αλέξης Δερμεντζόγλου

Ξεκινά σήμερα το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (28 Αυγούστου ως 7 Σεπτεμβρίου), ένα φεστιβάλ που ιδρύθηκε στο μεσοπόλεμο, φιλοξένησε σημαντικά γεγονότα και άρχισε να ξαναλειτουργεί μετά τον Πόλεμο. Τη μορφή που έχει τώρα την πήρε το 1980. Διεξάγεται στο μαγευτικό νησάκι του Λίντο σε εξαιρετικό φυσικό χώρο, διαθέτει μια ραφινάτη ευγένεια, καλές αίθουσες (και θερινή) και αποτελεί μια ήρεμη επιλογή για ένα θεσμό που πάντα οι βλέψεις του ήταν σε υψηλό, καλλιτεχνικό επίπεδο.

Προσδοκούμε πάντα ένα δεύτερο Χρυσό Λιοντάρι μετά από εκείνο του Αγγελόπουλου, αλλά πάνω απ’ όλα θετικές κριτικές και καλή υποδοχή στα ελληνικά φιλμ. Οι σκηνοθέτες είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές της χώρας, ειδικά όταν μέσα από τις ταινίες τους εξομολογούνται εθνικά θέματα ή δράματα κι ακόμα κρίνουν, συμπεραίνουν, υποθέτουν, «ψιθυρίζουν». Αναζητώντας στο παρελθόν στο Φεστιβάλ της Βενετίας και ψάχνοντας σε όλα τα τμήματα (όχι μόνο στο διαγωνιστικό), παρατηρούμε από τη δεκαετία του `50 ελληνικές παρουσίες. Γνωστοί δημιουργοί με επίσης γνωστά φιλμ πέρασαν από τη Βενετία. Ωστόσο, τα βραβεία είναι μετρημένα και δόθηκαν ιδίως σε φιλμ που αναφέρονται στην ελληνική περίπτωση.

Κατά σειρά σπουδαιότητας είναι τα ακόλουθα: Χρυσό Λιοντάρι (κατά κάποιο τρόπο σε πρωτοποριακή ταινία) το 1980 στον Θόδωρο Αγγελόπουλο με τον σπουδαίο μεγάλης διάρκειας «Μεγαλέξανδρο». Η ταινία κέρδισε και το βραβείο της Παγκόσμιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Τα άλλα Χρυσά Λιοντάρια μοιράστηκαν οι Λουί Μαλ και Τζον Κασσαβέτης για τα ανατρεπτικά θρίλερ «Ατλάντικ σίτι» και «Γκλόρια».

o-megalexandros.jpg

Πάλι ο Αγγελόπουλος τιμάει τη χώρα μας το 1988. Είναι ήδη δημοφιλής στην Ιταλία, τον κατατάσσουν δίκαια στους κορυφαίους δημιουργούς. Έτσι, το «Τοπίο στην ομίχλη» κερδίζει το Αργυρό Λιοντάρι για την καλύτερη σκηνοθεσία.

Και μετά την ταινία και τη σκηνοθεσία έρχεται πάντα ένα καλό σενάριο. Στο 68ο Φεστιβάλ η δημιουργία του Γιώργου Λάνθιμου «Άλπεις» κερδίζει το βραβείο σεναρίου. Εδώ το θέμα διαθέτει μεν μια διεθνή διάσταση (γύρω από την ανθρώπινη επικοινωνία και τις σχέσεις), αλλά αγγίζει σαφώς την Ελλάδα και την ηθική κρίση, τη μοναξιά, την απομόνωση, τη μάταιη αναζήτηση για αγάπη.

alpeis.jpg

Το 1985 η Ελλάδα συμμετέχει στο διαγωνιστικό με τα «Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, που κερδίζουν κάποιες μικρές διακρίσεις μία εκ των οποίων πηγαίνει στη Θέμιδα Μπαζάκα για τον εξαίρετο ρόλο της, που παίνεψε και ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Τζον Σλέσινγκερ. Αξίζει τον κόπο να υπενθυμίσω πως το φιλμ και πάλι αποτελεί μια ταινία αναφορά στην ελληνική περίπτωση. Είναι τα δραματικά χρόνια της σύγχρονης Ιστορίας μας, ο εμφύλιος, οι εξορίες και μια πραγματική ιστορία αγάπης, θάρρους και Αντίστασης.

Η ελληνική Ιστορία, η δικτατορία και πολλές άλλες σκοτεινές ιστορίες (π.χ. η δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ) είναι θέματα που ενδιαφέρουν τους ξένους. Έτσι, το 1968 στο τότε Φεστιβάλ της Βενετίας κερδίζει τιμητική διάκριση το εξαίρετο, ασπρόμαυρο, πολιτικό νουάρ του Δήμου Θέου «Κιέριον», που παραμένει πάντα μια εξαιρετική, διεισδυτική σπουδή. Ωστόσο, τι είναι μια ταινία, αν τα έχει όλα καλά και της λείπουν οι αισθαντικοί ηθοποιοί; Ψηλότερα στο βάθρο ανεβαίνει το 2010 η γαλλικής καταγωγής Αριάν Λαμπέντ (βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας) για τη συμμετοχή της στη γνωστή ταινία της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη «Άττενμπεργκ». Είναι κι αυτό ένα φιλμ με διεθνείς κώδικες (ιδίως η επικοινωνία, το νόημα της ζωής, οι σχέσεις) αλλά που ταιριάζει γάντι στη σύγχρονη Ελλάδα. Καταγράφεται, λοιπόν, η χώρα μας που φυλλορροεί, πάσχει, αργοπεθαίνει.

Κατά τα άλλα, η πρώτη ελληνική συμμετοχή στο διαγωνιστικό της Βενετίας γίνεται το 1956 με τον υπέροχο «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου. Τυπικότατη έκφραση της ελληνικής περίπτωσης η ταινία. Με τους κώδικες του νουάρ και των ταινιών για θέματα ταυτότητας, ανιχνεύει μια τερατογένεση στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Φόβος, παραβατικότητα, περιθώριο, ευκαιρίες, θέματα αυτοπροσδιορισμού σε μια κοινωνία πολλαπλά κακοποιημένη. Ο Κούνδουρος ήταν γνωστός στο Φεστιβάλ, μια και είχε επισκεφθεί τη Βενετία το 1954 με τη νεορεαλιστική «Μαγική πόλη» (γενικά πρώτη ελληνική παρουσία στο θεσμό).

drakos.jpg

Αξίζει τον κόπο να καταγράψω κι άλλες ελληνικές συμμετοχές στο επίσημο διαγωνιστικό.

Στα 1967 ο Νίκος Παπατάκης είναι στη Βενετία με την εξαιρετική και πολύ σκληρή ταινία του «Οι βοσκοί της συμφοράς». Στην Ελλάδα ήδη έχει «χτυπήσει» η δικτατορία. Το 1982 έχουμε τη συμμετοχή του Δημήτρη Μακρή, που διασκευάζει το λογοτέχνημα «Φράγμα» στην ομώνυμη ταινία με τον Νίκο Κούρκουλο. Το 1989 ο Γιώργος Πανουσόπουλος διαγωνίζεται με την πολύ πρωτότυπη και αρκετά τολμηρή δημιουργία «Μ’ αγαπάς;» με τους Βάνα Μπάρμπα, Ανδρέα Μπάρκουλη. Το 2004 ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μεταφέρει στη Βενετία το «Delivery», μια ταινία ιδιαίτερα προφητική και ζοφερή. Είναι, λοιπόν, μια δημιουργία όπου η ελληνική περίπτωση είναι εμφανέστατη. Με οπτική καίρια.

Ακόμα, στη Βενετία πήγαν ως επιλογές συμμετοχής τα «Μέγαρα» (1975) των Τσεμπερόπουλου, Μανιάτη, το «Δι’ ασήμαντον αφορμήν» (1975) του Τάσου Ψαρρά, «Το προξενιό της Άννας» (1975) του Παντελή Βούλγαρη. Ακόμα, το 2010 ο Σαλονικιός Σύλλας Τζουμέρκας διαγωνίστηκε στο τμήμα «Εβδομάδα της κριτικής» με την άκρως κοινωνικοπολιτική ταινία του «Χώρα προέλευσης», τυπικό δείγμα της χώρας μας σε φοβερές, πολλαπλές κρίσεις. Στο τμήμα των ταινιών μικρού μήκους συμμετείχε το 2012 ο Γιώργος Ζώης με το «Τίτλοι τέλους». Ο Έλληνας σκηνοθέτης είχε μια καλή παρουσία στη Βενετία και το 2010, όταν εντυπωσίασε με το «Casus belli».

Το σινεμά, λοιπόν, πρωτοπορεί σε μαρτυρίες και αναπαραγωγές. Εκεί πρέπει να είναι ταγμένο.

Ξεκινά σήμερα το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας (28 Αυγούστου ως 7 Σεπτεμβρίου), ένα φεστιβάλ που ιδρύθηκε στο μεσοπόλεμο, φιλοξένησε σημαντικά γεγονότα και άρχισε να ξαναλειτουργεί μετά τον Πόλεμο. Τη μορφή που έχει τώρα την πήρε το 1980. Διεξάγεται στο μαγευτικό νησάκι του Λίντο σε εξαιρετικό φυσικό χώρο, διαθέτει μια ραφινάτη ευγένεια, καλές αίθουσες (και θερινή) και αποτελεί μια ήρεμη επιλογή για ένα θεσμό που πάντα οι βλέψεις του ήταν σε υψηλό, καλλιτεχνικό επίπεδο.

Προσδοκούμε πάντα ένα δεύτερο Χρυσό Λιοντάρι μετά από εκείνο του Αγγελόπουλου, αλλά πάνω απ’ όλα θετικές κριτικές και καλή υποδοχή στα ελληνικά φιλμ. Οι σκηνοθέτες είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές της χώρας, ειδικά όταν μέσα από τις ταινίες τους εξομολογούνται εθνικά θέματα ή δράματα κι ακόμα κρίνουν, συμπεραίνουν, υποθέτουν, «ψιθυρίζουν». Αναζητώντας στο παρελθόν στο Φεστιβάλ της Βενετίας και ψάχνοντας σε όλα τα τμήματα (όχι μόνο στο διαγωνιστικό), παρατηρούμε από τη δεκαετία του `50 ελληνικές παρουσίες. Γνωστοί δημιουργοί με επίσης γνωστά φιλμ πέρασαν από τη Βενετία. Ωστόσο, τα βραβεία είναι μετρημένα και δόθηκαν ιδίως σε φιλμ που αναφέρονται στην ελληνική περίπτωση.

Κατά σειρά σπουδαιότητας είναι τα ακόλουθα: Χρυσό Λιοντάρι (κατά κάποιο τρόπο σε πρωτοποριακή ταινία) το 1980 στον Θόδωρο Αγγελόπουλο με τον σπουδαίο μεγάλης διάρκειας «Μεγαλέξανδρο». Η ταινία κέρδισε και το βραβείο της Παγκόσμιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Τα άλλα Χρυσά Λιοντάρια μοιράστηκαν οι Λουί Μαλ και Τζον Κασσαβέτης για τα ανατρεπτικά θρίλερ «Ατλάντικ σίτι» και «Γκλόρια».

o-megalexandros.jpg

Πάλι ο Αγγελόπουλος τιμάει τη χώρα μας το 1988. Είναι ήδη δημοφιλής στην Ιταλία, τον κατατάσσουν δίκαια στους κορυφαίους δημιουργούς. Έτσι, το «Τοπίο στην ομίχλη» κερδίζει το Αργυρό Λιοντάρι για την καλύτερη σκηνοθεσία.

Και μετά την ταινία και τη σκηνοθεσία έρχεται πάντα ένα καλό σενάριο. Στο 68ο Φεστιβάλ η δημιουργία του Γιώργου Λάνθιμου «Άλπεις» κερδίζει το βραβείο σεναρίου. Εδώ το θέμα διαθέτει μεν μια διεθνή διάσταση (γύρω από την ανθρώπινη επικοινωνία και τις σχέσεις), αλλά αγγίζει σαφώς την Ελλάδα και την ηθική κρίση, τη μοναξιά, την απομόνωση, τη μάταιη αναζήτηση για αγάπη.

alpeis.jpg

Το 1985 η Ελλάδα συμμετέχει στο διαγωνιστικό με τα «Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, που κερδίζουν κάποιες μικρές διακρίσεις μία εκ των οποίων πηγαίνει στη Θέμιδα Μπαζάκα για τον εξαίρετο ρόλο της, που παίνεψε και ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Τζον Σλέσινγκερ. Αξίζει τον κόπο να υπενθυμίσω πως το φιλμ και πάλι αποτελεί μια ταινία αναφορά στην ελληνική περίπτωση. Είναι τα δραματικά χρόνια της σύγχρονης Ιστορίας μας, ο εμφύλιος, οι εξορίες και μια πραγματική ιστορία αγάπης, θάρρους και Αντίστασης.

Η ελληνική Ιστορία, η δικτατορία και πολλές άλλες σκοτεινές ιστορίες (π.χ. η δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ) είναι θέματα που ενδιαφέρουν τους ξένους. Έτσι, το 1968 στο τότε Φεστιβάλ της Βενετίας κερδίζει τιμητική διάκριση το εξαίρετο, ασπρόμαυρο, πολιτικό νουάρ του Δήμου Θέου «Κιέριον», που παραμένει πάντα μια εξαιρετική, διεισδυτική σπουδή. Ωστόσο, τι είναι μια ταινία, αν τα έχει όλα καλά και της λείπουν οι αισθαντικοί ηθοποιοί; Ψηλότερα στο βάθρο ανεβαίνει το 2010 η γαλλικής καταγωγής Αριάν Λαμπέντ (βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας) για τη συμμετοχή της στη γνωστή ταινία της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη «Άττενμπεργκ». Είναι κι αυτό ένα φιλμ με διεθνείς κώδικες (ιδίως η επικοινωνία, το νόημα της ζωής, οι σχέσεις) αλλά που ταιριάζει γάντι στη σύγχρονη Ελλάδα. Καταγράφεται, λοιπόν, η χώρα μας που φυλλορροεί, πάσχει, αργοπεθαίνει.

Κατά τα άλλα, η πρώτη ελληνική συμμετοχή στο διαγωνιστικό της Βενετίας γίνεται το 1956 με τον υπέροχο «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου. Τυπικότατη έκφραση της ελληνικής περίπτωσης η ταινία. Με τους κώδικες του νουάρ και των ταινιών για θέματα ταυτότητας, ανιχνεύει μια τερατογένεση στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Φόβος, παραβατικότητα, περιθώριο, ευκαιρίες, θέματα αυτοπροσδιορισμού σε μια κοινωνία πολλαπλά κακοποιημένη. Ο Κούνδουρος ήταν γνωστός στο Φεστιβάλ, μια και είχε επισκεφθεί τη Βενετία το 1954 με τη νεορεαλιστική «Μαγική πόλη» (γενικά πρώτη ελληνική παρουσία στο θεσμό).

drakos.jpg

Αξίζει τον κόπο να καταγράψω κι άλλες ελληνικές συμμετοχές στο επίσημο διαγωνιστικό.

Στα 1967 ο Νίκος Παπατάκης είναι στη Βενετία με την εξαιρετική και πολύ σκληρή ταινία του «Οι βοσκοί της συμφοράς». Στην Ελλάδα ήδη έχει «χτυπήσει» η δικτατορία. Το 1982 έχουμε τη συμμετοχή του Δημήτρη Μακρή, που διασκευάζει το λογοτέχνημα «Φράγμα» στην ομώνυμη ταινία με τον Νίκο Κούρκουλο. Το 1989 ο Γιώργος Πανουσόπουλος διαγωνίζεται με την πολύ πρωτότυπη και αρκετά τολμηρή δημιουργία «Μ’ αγαπάς;» με τους Βάνα Μπάρμπα, Ανδρέα Μπάρκουλη. Το 2004 ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μεταφέρει στη Βενετία το «Delivery», μια ταινία ιδιαίτερα προφητική και ζοφερή. Είναι, λοιπόν, μια δημιουργία όπου η ελληνική περίπτωση είναι εμφανέστατη. Με οπτική καίρια.

Ακόμα, στη Βενετία πήγαν ως επιλογές συμμετοχής τα «Μέγαρα» (1975) των Τσεμπερόπουλου, Μανιάτη, το «Δι’ ασήμαντον αφορμήν» (1975) του Τάσου Ψαρρά, «Το προξενιό της Άννας» (1975) του Παντελή Βούλγαρη. Ακόμα, το 2010 ο Σαλονικιός Σύλλας Τζουμέρκας διαγωνίστηκε στο τμήμα «Εβδομάδα της κριτικής» με την άκρως κοινωνικοπολιτική ταινία του «Χώρα προέλευσης», τυπικό δείγμα της χώρας μας σε φοβερές, πολλαπλές κρίσεις. Στο τμήμα των ταινιών μικρού μήκους συμμετείχε το 2012 ο Γιώργος Ζώης με το «Τίτλοι τέλους». Ο Έλληνας σκηνοθέτης είχε μια καλή παρουσία στη Βενετία και το 2010, όταν εντυπωσίασε με το «Casus belli».

Το σινεμά, λοιπόν, πρωτοπορεί σε μαρτυρίες και αναπαραγωγές. Εκεί πρέπει να είναι ταγμένο.

ΣΧΟΛΙΑ

Επιλέξτε Κατηγορία