ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Σαν σήμερα: Το φρικτό μυστικό των Άνδεων (video)

Στις 13 Οκτωβρίου 1972, Ουρουγουανοί παίκτες ράγκμπι έδωσαν αδιανόητο αγώνα επιβίωσης μετά τη συντριβή του αεροπλάνου που τους μετέφερε στη Χιλή

 13/10/2019 13:30

Σαν σήμερα: Το φρικτό μυστικό των Άνδεων (video)

Ελένη Τσαλκατίδου

Ήταν Παρασκευή και 13 του 1972, όταν η πτήση 571 της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης που είχε ναυλωθεί για να μεταφέρει μία ερασιτεχνική ομάδα ράγκμπι, την Old Christians απογειώθηκε από τη Μεντόζα με προορισμό το Σαντιάγο στη Χιλή, όπου θα αγωνιζόταν με την τοπική ομάδα Old Boys. Η διαδρομή που θα ακολουθούσε ήταν μέσω της οροσειράς.

Κανείς δεν γνώριζε τι θα ακολουθούσε λίγες ώρες αργότερα, όταν και το αεροπλάνο συνετρίβη στην οροσειρά. Αυτή ήταν η αρχή του ταξιδιού που οδήγησε στον θάνατο τους 29 από τους 45 επιβαίνοντες, με τους επιζώντες να χρειάζεται ακόμα και να κανιβαλίσουν, προκειμένου να ζήσουν.

Η απόφαση του πιλότου να κατευθυνθεί νότια, από ένα πέρασμα όπου οι γεωλογικές συνθήκες ήταν καλύτερες, δεδομένου ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τις πιέσεις του αέρα πάνω από τις υψηλότερες κορυφές, ήταν η αρχή του τέλους.

Στις 3.21 μ.μ. ο πιλότος ενημέρωσε το αεροδρόμιο της Χιλής ότι ετοιμαζόταν να διασχίσει το πέρασμα και τρία λεπτά αργότερα, έχοντας περάσει στην άλλη πλευρά, κατευθύνθηκε βόρεια προς στο Σαντιάγο. Σε εκείνο, όμως, το σημείο έγινε το μοιραίο λάθος: η απόσταση που διήνυσε το αεροπλάνο έπαιρνε συνήθως 10-11 λεπτά, αλλά ο πιλότος Φεράντας το έκανε σε μόλις 3 λεπτά, πιστεύοντας ότι είχε περάσει στην άλλη πλευρά των Ανδέων.

Στην πραγματικότητα βρίσκονταν στη μέση του περάσματος, το αεροσκάφος κινούνταν μέσα στα σύννεφα και ο ίδιος δεν μπορούσε να δει ότι το αεροσκάφος πετούσε ανάμεσα στις κορυφές της οροσειράς.

Όταν τα σύννεφα διαλύθηκαν και αποκαλύφθηκε η πραγματικότητα, ο πιλότος απέφυγε με έναν απότομο ελιγμό μία κορυφή, όμως, το αεροσκάφος δεν πρόλαβε να πάρει αρκετό ύψος και χτύπησε στο βουνό, αφού αποκολλήθηκε το δεξί του φτερό. Μάλιστα, κατέληξε σε ένα χιονισμένο ίσιωμα σε υψόμετρο 3,5 χιλιομέτρων.

Νεκροί οι 12 επιβαίνοντες

Από τους 45 επιβαίνοντες σκοτώθηκαν επί τόπου οι 12, ανάμεσα τους και ο πιλότος, ενώ οι υπόλοιποι έδωσαν για τους επόμενους δύο μήνες τον δυσκολότερο αγώνα της ζωής τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι από τους Ουρουαγουανούς αθλητές δεν είχαν δει ποτέ ξανά στη ζωή τους χιόνι και ως εκ τούτου ήταν εντελώς απροετοίμαστοι για αυτές τις καιρικές συνθήκες.

Την πρώτη νύχτα πέθαναν πέντε επιβάτες από το κρύο και κυρίως τους τραυματισμούς μεταξύ των οποίων και ο συγκυβερνήτης του αεροσκάφους, ο οποίος λίγο πριν πεθάνει φώναζε: «Περάσαμε το Κουρικό! Περάσαμε το Κουρικό!» (σ.σ. Πρόκειται για μία περιοχή στη Χιλή, στη δυτική πλευρά των Άνδεων, στην οποία το αεροσκάφος δεν έφτασε ποτέ).

Όταν ξημέρωσε η δεύτερη μέρα, οι 28 πλέον επιζώντες είδαν ένα αεροπλάνο να πετάει πάνω από το σημείο της σύγκρουσης. Τότε άρχισαν να φωνάζουν, να χοροπηδούν και να κάνουν τα πάντα για να γίνουν αντιληπτοί από τον πιλότο. Η προσπάθειά τους ήταν μάταιη.

Ο αγώνας για την επιβίωση

Όσοι επέζησαν από το αεροπορικό δυστύχημα, έπρεπε να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν τις χαμηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν. Έτσι, λοιπόν, συγκεντρώνονταν στο εσωτερικό του αεροσκάφους και μοιράζονταν τη ζεστασιά των κορμιών τους.

Όσο για το φαγητό, είχαν λίγες σοκολάτες και μερικά μπουκάλια κρασί από αυτά που μετέφεραν μαζί τους. Όταν, όμως, τελείωσαν τα τρόφιμα και δεν έβρισκαν ίχνη τροφής μέσα στο χιόνι, άρχισαν να τρώνε τις δερμάτινες ζώνες των καθισμάτων. Η μόνη λύση που τους απέμεινε στο τέλος ήταν να φάνε τους νεκρούς.

Μάλιστα, οι περισσότεροι επιζώντες ήταν καθολικοί και αργότερα, όταν κλήθηκαν να δικαιολογήσουν αυτήν τους την απόφαση, ισχυρίστηκαν ότι ήταν σαν να τρώνε το σώμα και το αίμα του Χριστού στη Θεία Κοινωνία.

Στις 21 Οκτωβρίου ένας επιζών πέθανε, οχτώ ημέρες αργότερα μία χιονοστιβάδα σκότωσε άλλους οχτώ, ενώ μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου ακόμη τρεις έχασαν τη ζωή τους.

Η διάσωση

Οι επιζώντες έδωσαν βαρύτητα στα λόγια του συγκυβερνήτη πριν πεθάνει, ότι δηλαδή είχαν φτάσει στο Κουρικό, και έτσι αποφάσισαν να κινηθούν δυτικά, μην γνωρίζοντας ότι μόλις 29 χιλιόμετρα ανατολικά υπήρχε ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο.

Ωστόσο, οι κακουχίες και η εξάντληση τούς είχαν καταβάλει, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μην μπορούν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις. Τότε επιλέχθηκαν τρεις, οι Νάντο Παράντο, Ρομπέρτο Κανέσα και Αντόνιο Βιζιντίν, οι οποίοι ανέλαβαν την αποστολή. Ξεκίνησαν στις 12 Δεκεμβρίου και μετά από ατελείωτες ώρες πεζοπορίας, εντόπισαν τμήματα του αεροπλάνου και ορισμένες από τις βαλίτσες τους. Ήταν αδύνατο, ωστόσο, να συνεχίσουν, αφού το δεύτερο κιόλας βράδυ κόντεψαν να πεθάνουν από το κρύο και έτσι αποφάσισαν να επιστρέψουν στην αρχική τους κατασκήνωση.

Φρόντισαν, όμως, να πάρουν μαζί τις μπαταρίες του αεροσκάφους που βρήκαν τυχαία, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τα συστήματα επικοινωνίας του αεροσκάφους και να καλέσουν βοήθεια. Ούτε αυτό, όμως, το σχέδιο πέτυχε.

Η μόνη λύση που είχαν πλέον ήταν η ακατόρθωτη κατάβαση. Το κρύο ήταν τσουχτερό και ο μόνος τρόπος για να προστατευτούν από αυτό ήταν να χρησιμοποιούν το μονωτικό υλικό του αεροπλάνου. Μετά από εννιά μέρες πεζοπορίας, βρήκαν βοήθεια. Οι ίδιοι σώθηκαν και ενημέρωσαν και για τους υπόλοιπους επιζώντες που οι αρχές τους είχαν ξεγράψει. Στις 22 και 23 Δεκεμβρίου, ελικόπτερα του χιλιανού στρατού μετέφεραν τους 16 επιζώντες στο νοσοκομείο, μετά από υπόδειξη του Παράντο, ο οποίος προσφέρθηκε να οδηγήσει τα ελικόπτερα στο σημείο συντριβής, καθώς είχε φέρει μαζί του το διάγραμμα πτήσης του πιλότου.

Η ταινία

Γρήγορα η ιστορία έκανε τον γύρο του κόσμου. Τα μέσα ενημέρωσης εστίαζαν στη δύναμη της θέλησης των επιζώντων και όχι στην ανθρωποφαγία, ενώ η ιστορία μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1993 με τίτλο «Οι Επιζήσαντες».

Ήταν Παρασκευή και 13 του 1972, όταν η πτήση 571 της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης που είχε ναυλωθεί για να μεταφέρει μία ερασιτεχνική ομάδα ράγκμπι, την Old Christians απογειώθηκε από τη Μεντόζα με προορισμό το Σαντιάγο στη Χιλή, όπου θα αγωνιζόταν με την τοπική ομάδα Old Boys. Η διαδρομή που θα ακολουθούσε ήταν μέσω της οροσειράς.

Κανείς δεν γνώριζε τι θα ακολουθούσε λίγες ώρες αργότερα, όταν και το αεροπλάνο συνετρίβη στην οροσειρά. Αυτή ήταν η αρχή του ταξιδιού που οδήγησε στον θάνατο τους 29 από τους 45 επιβαίνοντες, με τους επιζώντες να χρειάζεται ακόμα και να κανιβαλίσουν, προκειμένου να ζήσουν.

Η απόφαση του πιλότου να κατευθυνθεί νότια, από ένα πέρασμα όπου οι γεωλογικές συνθήκες ήταν καλύτερες, δεδομένου ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τις πιέσεις του αέρα πάνω από τις υψηλότερες κορυφές, ήταν η αρχή του τέλους.

Στις 3.21 μ.μ. ο πιλότος ενημέρωσε το αεροδρόμιο της Χιλής ότι ετοιμαζόταν να διασχίσει το πέρασμα και τρία λεπτά αργότερα, έχοντας περάσει στην άλλη πλευρά, κατευθύνθηκε βόρεια προς στο Σαντιάγο. Σε εκείνο, όμως, το σημείο έγινε το μοιραίο λάθος: η απόσταση που διήνυσε το αεροπλάνο έπαιρνε συνήθως 10-11 λεπτά, αλλά ο πιλότος Φεράντας το έκανε σε μόλις 3 λεπτά, πιστεύοντας ότι είχε περάσει στην άλλη πλευρά των Ανδέων.

Στην πραγματικότητα βρίσκονταν στη μέση του περάσματος, το αεροσκάφος κινούνταν μέσα στα σύννεφα και ο ίδιος δεν μπορούσε να δει ότι το αεροσκάφος πετούσε ανάμεσα στις κορυφές της οροσειράς.

Όταν τα σύννεφα διαλύθηκαν και αποκαλύφθηκε η πραγματικότητα, ο πιλότος απέφυγε με έναν απότομο ελιγμό μία κορυφή, όμως, το αεροσκάφος δεν πρόλαβε να πάρει αρκετό ύψος και χτύπησε στο βουνό, αφού αποκολλήθηκε το δεξί του φτερό. Μάλιστα, κατέληξε σε ένα χιονισμένο ίσιωμα σε υψόμετρο 3,5 χιλιομέτρων.

Νεκροί οι 12 επιβαίνοντες

Από τους 45 επιβαίνοντες σκοτώθηκαν επί τόπου οι 12, ανάμεσα τους και ο πιλότος, ενώ οι υπόλοιποι έδωσαν για τους επόμενους δύο μήνες τον δυσκολότερο αγώνα της ζωής τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι από τους Ουρουαγουανούς αθλητές δεν είχαν δει ποτέ ξανά στη ζωή τους χιόνι και ως εκ τούτου ήταν εντελώς απροετοίμαστοι για αυτές τις καιρικές συνθήκες.

Την πρώτη νύχτα πέθαναν πέντε επιβάτες από το κρύο και κυρίως τους τραυματισμούς μεταξύ των οποίων και ο συγκυβερνήτης του αεροσκάφους, ο οποίος λίγο πριν πεθάνει φώναζε: «Περάσαμε το Κουρικό! Περάσαμε το Κουρικό!» (σ.σ. Πρόκειται για μία περιοχή στη Χιλή, στη δυτική πλευρά των Άνδεων, στην οποία το αεροσκάφος δεν έφτασε ποτέ).

Όταν ξημέρωσε η δεύτερη μέρα, οι 28 πλέον επιζώντες είδαν ένα αεροπλάνο να πετάει πάνω από το σημείο της σύγκρουσης. Τότε άρχισαν να φωνάζουν, να χοροπηδούν και να κάνουν τα πάντα για να γίνουν αντιληπτοί από τον πιλότο. Η προσπάθειά τους ήταν μάταιη.

Ο αγώνας για την επιβίωση

Όσοι επέζησαν από το αεροπορικό δυστύχημα, έπρεπε να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν τις χαμηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν. Έτσι, λοιπόν, συγκεντρώνονταν στο εσωτερικό του αεροσκάφους και μοιράζονταν τη ζεστασιά των κορμιών τους.

Όσο για το φαγητό, είχαν λίγες σοκολάτες και μερικά μπουκάλια κρασί από αυτά που μετέφεραν μαζί τους. Όταν, όμως, τελείωσαν τα τρόφιμα και δεν έβρισκαν ίχνη τροφής μέσα στο χιόνι, άρχισαν να τρώνε τις δερμάτινες ζώνες των καθισμάτων. Η μόνη λύση που τους απέμεινε στο τέλος ήταν να φάνε τους νεκρούς.

Μάλιστα, οι περισσότεροι επιζώντες ήταν καθολικοί και αργότερα, όταν κλήθηκαν να δικαιολογήσουν αυτήν τους την απόφαση, ισχυρίστηκαν ότι ήταν σαν να τρώνε το σώμα και το αίμα του Χριστού στη Θεία Κοινωνία.

Στις 21 Οκτωβρίου ένας επιζών πέθανε, οχτώ ημέρες αργότερα μία χιονοστιβάδα σκότωσε άλλους οχτώ, ενώ μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου ακόμη τρεις έχασαν τη ζωή τους.

Η διάσωση

Οι επιζώντες έδωσαν βαρύτητα στα λόγια του συγκυβερνήτη πριν πεθάνει, ότι δηλαδή είχαν φτάσει στο Κουρικό, και έτσι αποφάσισαν να κινηθούν δυτικά, μην γνωρίζοντας ότι μόλις 29 χιλιόμετρα ανατολικά υπήρχε ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο.

Ωστόσο, οι κακουχίες και η εξάντληση τούς είχαν καταβάλει, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μην μπορούν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις. Τότε επιλέχθηκαν τρεις, οι Νάντο Παράντο, Ρομπέρτο Κανέσα και Αντόνιο Βιζιντίν, οι οποίοι ανέλαβαν την αποστολή. Ξεκίνησαν στις 12 Δεκεμβρίου και μετά από ατελείωτες ώρες πεζοπορίας, εντόπισαν τμήματα του αεροπλάνου και ορισμένες από τις βαλίτσες τους. Ήταν αδύνατο, ωστόσο, να συνεχίσουν, αφού το δεύτερο κιόλας βράδυ κόντεψαν να πεθάνουν από το κρύο και έτσι αποφάσισαν να επιστρέψουν στην αρχική τους κατασκήνωση.

Φρόντισαν, όμως, να πάρουν μαζί τις μπαταρίες του αεροσκάφους που βρήκαν τυχαία, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τα συστήματα επικοινωνίας του αεροσκάφους και να καλέσουν βοήθεια. Ούτε αυτό, όμως, το σχέδιο πέτυχε.

Η μόνη λύση που είχαν πλέον ήταν η ακατόρθωτη κατάβαση. Το κρύο ήταν τσουχτερό και ο μόνος τρόπος για να προστατευτούν από αυτό ήταν να χρησιμοποιούν το μονωτικό υλικό του αεροπλάνου. Μετά από εννιά μέρες πεζοπορίας, βρήκαν βοήθεια. Οι ίδιοι σώθηκαν και ενημέρωσαν και για τους υπόλοιπους επιζώντες που οι αρχές τους είχαν ξεγράψει. Στις 22 και 23 Δεκεμβρίου, ελικόπτερα του χιλιανού στρατού μετέφεραν τους 16 επιζώντες στο νοσοκομείο, μετά από υπόδειξη του Παράντο, ο οποίος προσφέρθηκε να οδηγήσει τα ελικόπτερα στο σημείο συντριβής, καθώς είχε φέρει μαζί του το διάγραμμα πτήσης του πιλότου.

Η ταινία

Γρήγορα η ιστορία έκανε τον γύρο του κόσμου. Τα μέσα ενημέρωσης εστίαζαν στη δύναμη της θέλησης των επιζώντων και όχι στην ανθρωποφαγία, ενώ η ιστορία μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1993 με τίτλο «Οι Επιζήσαντες».

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία