ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι λέξεις που χλευάστηκαν, επιστρέφουν

 08/02/2021 12:00

Πρώτα χλευάστηκε η καταστολή. Έπειτα η ασφάλεια. Και μετά η νομιμότητα. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης διαστράφηκαν τόσο οι λέξεις ώστε όποιος τολμούσε να πει ότι το να καταστρέφεις τα δημόσια κτίρια δεν είναι αγωνιστικότητα αλλά αλητεία, εξασφάλιζε την απόρριψη από εκείνους που ανέλαβαν κατ’ αποκλειστικότητα να απονέμουν τα καθ’ ημάς ISO προοδευτικότητας. Είχε, βέβαια, και την πλάκα του. Στις χώρες που οι απονομείς του πιστοποιητικού θαύμαζαν, δεν τολμούσες όχι να μουτζουρώσεις τοίχο αλλά ούτε να το σκεφτείς γιατί αμέσως σε είχε μπουζουριάσει η μυστική αστυνομία. Όμως, η ιδεολογική επικυριαρχία ήταν τόσο σαρωτική, ώστε αυτά που έβλεπαν όλοι, δεν τα έβλεπε κανείς.

Κάπως έτσι ξηλώθηκε το πουλόβερ. Από τα μικρά φτάσαμε στα μεγάλα, μετά στα πολύ μεγάλα και στο fan club του Κουφοντίνα. Η βία, η καταστροφή, η αυθαιρεσία, γενικώς η αντικοινωνική συμπεριφορά άλλοτε σχετικοποιήθηκαν και άλλοτε ιδεολογικοποιήθηκαν. Με τη συμπαράσταση αφενός του πολιτικού συστήματος που έτρεμε το πολιτικό κόστος και αφετέρου μίας αδιάντροπης δημοσιογραφίας που αυτοσυστήθηκε ως «προστάτης του λαού» και έδρεψε δάφνες (και χρυσές αμοιβές) στην περίοδο του «αντιμνημονιακού αγώνα». Στις οκτώ ήταν σε mood οικολογίας, προστασίας των δασών, αγωνίας για την Κορώνεια, και στις εννιά υπερασπίζονταν το δικαίωμα του «λαϊκού ανθρώπου» να χτίζει «ένα κεραμίδι» σε δημόσια έκταση και του αγρότη να καλλιεργεί βαμβάκι ποτίζοντας μέρα - μεσημέρι από την αυθαίρετη γεώτρηση που αντλούσε νερό από τον υδροφόρο ορίζοντα της λίμνης. Στις δέκα αγωνιούσαν για την αύξηση της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας και στις ένδεκα κατήγγελλαν την αστυνομική επιχείρηση «νόμος και τάξη».

Ας μην πέφτουν σήμερα από τα σύννεφα επειδή οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι λέξεις που μέχρι χθες ήταν «μαγκιά» να τις χλευάζεις, ανακτούν την αποδοχή ενός υπολογίσιμου μέρους της κοινωνίας. Αν τους βολεύει να πιστεύουν ότι η αξίωση να τηρείται ο νόμος είναι «μετακίνηση προς τα δεξιά», ας το πιστεύουν. Χαρίζουν το δημοκρατικό αυτονόητο. Ο νόμος είναι η προστασία του αδύναμου πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία εκείνου που αισθάνεται ότι υπερέχει επειδή έχει πλούτο, όπλο ή και μόνο θράσος. Του άξιου απέναντι στον ανάξιο. Του έντιμου απέναντι στο λαμόγιο. Επί δεκαετίες έγιναν συγκλονιστικές προσπάθειες για να πεισθούμε ότι είναι «λαϊκό δικαίωμα» να μην πληρώνεις εισιτήριο στο μετρό, να καις τρόλεϊ στην Πατησίων, να περνάς με λευκή κόλλα στο «πανεπιστήμιο», να πλαστογραφείς ένα πτυχίο για να διοριστείς στις Δημόσιο. Με μεγάλη, ομολογουμένως, επιτυχία. Τώρα, φαίνεται ότι κούρασε. Δεν πειράζει, ας μην τρομάζουν οι θεωρητικοί της παρακμής. Είναι και για καλό των παιδιών τους.

Στο αίτημα της νομιμότητας πρέπει να συντονισθεί και η κυβέρνηση. Δεν έχει κανένα νόημα ο νόμος να προβλέπει, όταν ο νόμος δεν εφαρμόζεται. Ή όταν εφαρμόζεται με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, ώστε ουσιαστικά η κύρωση να αποσυνδέεται από την πράξη. Ας μείνουμε στα απλά και στοιχειώδη: Πόσοι εκπαιδευτικοί που αγνόησαν τους μαθητές τους και αρνήθηκαν να κάνουν διαδικτυακά μαθήματα στην πρώτη φάση της πανδημίας, υπέστησαν έστω μια συμβολική πειθαρχική ποινή; Κανένας. Οι φιλότιμοι δούλεψαν, οι αφιλότιμοι τεμπέλιασαν. Ή, ποιες συνέπειες είχαν οι εργαζόμενοι του μετρό της Αθήνας που απήργησαν παράνομα και μάλιστα για την γελοία αιτία ότι δεκαέξι συνάδελφοί τους που είχαν προσληφθεί για να δουλέψουν στα εκδοτήρια, στάλθηκαν να δουλέψουν στα εκδοτήρια; Καμία. Γιατί, λοιπόν, να μην το ξανακάνουν; Αναλγησία δεν είναι να στείλεις δυο - τρεις τέτοιους στο σπίτι τους. Αναλγησία είναι να μην υπολογίζεις τους απροστάτευτους.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 7 Φεβρουαρίουτ 2021