ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νίκος Αναστασιάδης: Το δίκαιο και η Ε.Ε. είναι η ασπίδα μας απέναντι στους όποιους σχεδιασμούς της Άγκυρας

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στη "ΜτΚ"

 03/11/2019 13:47

Νίκος Αναστασιάδης: Το δίκαιο και η Ε.Ε. είναι η ασπίδα μας απέναντι στους όποιους σχεδιασμούς της Άγκυρας

Δήμητρα Μακρή

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μιλά στη «ΜτΚ» με αφορμή την παρουσία του στη Θεσσαλονίκη για την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς την προκλητικότητα της Τουρκίας αλλά και στη στρατηγική της κυπριακής πλευράς στο δρόμο για τις συνομιλίες του Βερολίνου στις 25 Νοεμβρίου. Χαρακτηρίζει την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. ως μια από τις ιστορικότερες αποφάσεις και δηλώνει κατηγορηματικά ότι η εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών δεν θα αποτελέσει κατάρα αλλά ευλογία.

mitsi-anastasiadis.jpg

Πριν από λίγες ώρες σάς αναγόρευσαν επίτιμο διδάκτορα της Νομικής σχολής του ΑΠΘ. Πώς αισθάνεστε για το γεγονός;

Είναι μία ύψιστη τιμή που μου απένειμε ένα καταξιωμένο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και της Νομικής σχολής συγκεκριμένα, που έχει μία ιστορία 90 χρόνων. Συνεπώς είναι μια τιμή που αντανακλά το ενδιαφέρον του πανεπιστημίου για τον κυπριακό ελληνισμό, απονέμοντας στο πρόσωπό μου την τιμή αυτή, την οποία αποδέχτηκα ως μια τιμή στον κυπριακό ελληνισμό και τους αγώνες του.

Είστε νομικός, έχετε τελειώσει τη Νομική σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και με μεταπτυχιακό στο Ναυτικό Δίκαιο στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Ωστόσο, είμαστε σε μία περιοχή που δεν καταφέρνει πάντοτε να επικρατήσει το δίκαιο, ο δε γείτονάς μας ακολουθεί ενίοτε το «δίκαιο του ισχυρού». Πώς μπορούμε να ενισχύσουμε το «δίκαιο»;

Το μόνο που απομένει στους ανίσχυρους δεν είναι άλλο από το διεθνές δίκαιο ή ένα άλλο πλέγμα δυνατοτήτων που παρέχονται μέσα από πολιτικές, τις οποίες ακολουθήσαμε και ακολουθούμε. Την εδαφική ακεραιότητα τη διασφαλίσαμε μέσα από τα ψηφίσματα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Τα ανθρώπινα δικαιώματα βεβαίως κάποια καλύπτονται από το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αλλά με την ένταξη στην Ε.Ε., που ήταν μια στρατηγική μεγίστης σημασίας, έχουμε διασφαλίσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο, δηλαδή η λύση θα πρέπει να κινείται μέσα στις παραμέτρους του. Διότι έχει συμφωνηθεί ότι η Κύπρος είναι και θα παραμείνει μέλος της Ε.Ε. Σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων -διακρατικές αλλά και οι ατομικές- έχουν συμβάλει σημαντικά με ισχυρές αποφάσεις καταδίκης από τη μία για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος της Τουρκίας, ενώ από την άλλη ενισχύουν αυτό που επιδιώκουμε, δηλαδή η λύση -του κυπριακού- να είναι συμβατή πέραν του κεκτημένου και με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά αναγνωρίζονται. Την ίδια ώρα είναι και οι στρατηγικές συμμαχίες που έχουμε αναπτύξει με τα γειτονικά κράτη και το πιο σημαντικό η θωράκιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα μέσα από την οριοθέτηση τη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που έχει συμβεί με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο. Αυτό δημιουργεί ένα προηγούμενο και αποτρέπει το έκνομον των ενεργειών της Τουρκίας από το να μετατραπεί σε κάτι νόμιμο. Η Τουρκία δεν είναι μέλος της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας και θεωρεί πως, αφού δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, τα νησιά δεν έχουν ΑΟΖ. Με τις συμφωνίες που έχουμε επιτύχει, αυτό που θωρακίζεται είναι ακριβώς το κυριαρχικό δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ενασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματα στις θαλάσσιες περιοχές που περιβάλλουν τη χώρα. Γι’ αυτό και οι ενεργειακοί σχεδιασμοί απρόσκοπτα μέχρι σήμερα έχουν προχωρήσει και δεν είμαστε διατεθειμένοι να υπαναχωρήσουμε από αυτήν τη γραμμή.

Έχετε κάνει συνεργασίες με την Ελλάδα και τις γύρω χώρες -τριμερείς αλλά και μέσω της Ε.Ε. Υπάρχουν γνώμες ωστόσο που μιλούν για την ανάγκη αναδιάρθρωσης της ελληνοκυπριακής πολιτικής και στο στρατιωτικό τομέα.

Υπάρχουν οι συνεργασίες στον τομέα των αμυντικών διεργασιών ανάμεσα στις άλλες. Αλλά θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Μην αναμένετε ότι είναι δυνατόν αυτές οι ωφέλιμες συνεργασίες που αποσκοπούν στη σταθερότητα, την ειρήνη, την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου- που είναι κάτι σημαντικότατο- να μετατραπούν σε στρατιωτικές συμμαχίες υπό την έννοια ότι η μία χώρα θα προστρέξει εις βοήθειαν της άλλης σε περίπτωση εμπολέμων συρράξεων. Ούτε το επιδιώκουμε ούτε το θέλουμε, ούτε και αποτελεί το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε. Αντίθετα, λέμε πως μέσα από αυτές τις τριμερείς συνεργασίες κανένας δεν αποκλείεται, αρκεί να σέβεται το διεθνές δίκαιο. Στέλνουμε δηλαδή ένα ισχυρό μήνυμα στην Τουρκία ότι είναι ευπρόσδεκτη αν θέλει να συνενώσει δυνάμεις προκειμένου να υπάρξει μέσα από το διάλογο εκείνος ο διακανονισμός, που θα είναι προς όφελος όλων. Συνεπώς, κατ’ αντίθεση με όσα λέει η Τουρκία ότι οι συνεργασίες μας είναι για να την αποκλείσουν, το αντίθετο είναι αυτό που επιδιώκουμε μέσα από αυτές τις συνεργασίες.

Με αυτόν τον τρόπο, αυτό που λέγεται ότι οι ενεργειακές πηγές είναι «ευχή ή κατάρα» μπορεί τελικά να αποβεί σε καλό;

Μπορούν να αποβούν σε ευλογία. Σε κάτι που θα ωφελήσει όλους ανεξάρτητα. Και είμαστε μια περιοχή που δυστυχώς χαρακτηρίζεται από αναταράξεις, συρράξεις, είτε αυτές οφείλονται στην επιθετικότητα κάποιων κρατών είτε στις επιδιώξεις για άλωση των κυβερνήσεων ή των λαών μέσω των φονταμενταλισμών, της τρομοκρατίας, όλα αυτά που παρακολουθούμε ή των ενεργειών όπως εκείνες της Τουρκίας με την εισβολή στη Συρία. Έτσι πιστεύω ότι μια σωστή συνεργασία πάνω στη σωστή βάση είναι προς όφελος όλων.

Η Τουρκία έχει μια χαραγμένη εξωτερική πολιτική, την οποία τηρεί απαρέγκλιτα εδώ και πολλά χρόνια. Κάθε λίγο ωστόσο διεκδικεί και κάτι περισσότερο. Αυτό δεν προκαλεί προβλήματα ως προς την αντιμετώπισή της;

Βεβαιότατα. Κατά καιρούς εμφανίζεται με περισσότερες αξιώσεις, διεκδικώντας έκνομα δικαιώματα που δεν της παρέχονται. Το σημαντικότερο ή το λυπηρότερο είναι πως αποτελεί και κράτος υποψήφιο προς ένταξη στην Ε.Ε. και θα έπρεπε να πληροί όλες τις προϋποθέσεις του υποψήφιου κράτους, το οποίο δεν αναγνωρίζει ένα εκ των κρατών μελών, την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν αναγνωρίζει, διότι θεωρεί ότι είναι εκλιπούσα η Κυπριακή Δημοκρατία, τη συνθήκη επανεισδοχής προσφύγων, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται προσφυγικές ροές στην Κύπρο και σήμερα η χώρα να αντιμετωπίζει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα, ούσα πρώτη σε αιτητές πολιτικού ασύλου σε σχέση με τον πληθυσμό. Για φέτος υπολογίζεται να φτάσουμε στις 15.000. Αν συνυπολογιστούν οι παράνομοι και οι αιτούντες πολιτικό άσυλο ανέρχονται περίπου στις 80.000, δηλαδή περίπου στο 10% του πληθυσμού. Αντιστοιχεί σε μια χώρα των 50.000.000 περίπου 500.000 άτομα αιτητές πολιτικού ασύλου.

Βρισκόμαστε σε μία πολύ σημαντική γεωστρατηγικά περιοχή. Η Τουρκία «παίζει» με έναν τρόπο που έχει στην ουσία αναβαθμίσει το ρόλο της με την εισβολή που έκανε στη Συρία καθώς και με τις συμμαχίες που συστήνει, ίσως και «λυκοφιλίες», γιατί αλλάζει πλευρές -πότε μαζί πότε ενάντια σε χώρες όπως το Ισραήλ ή η Ρωσία. Τη συμπεριφορά αυτή, πηγαίνοντας και προς το Βερολίνο στις 25 Νοεμβρίου, πώς θα μπορέσετε να την αντιπαρέλθετε;

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων, τα συμφέροντα, ο ανταγωνισμός, ποιος προσεταιρίζεται ή ποιος δεν χάνει από την Τουρκία ως σύμμαχο, αποτελεί ένα από τα προβλήματα ή το πλεονέκτημα από πλευράς μιας χώρας που έχει και την ισχύ. Όμως είναι θέμα σταθερότητας στις θέσεις και εμμονής στις αρχές δικαίου. Αυτό που λέω, δηλαδή ότι αποτελεί ασπίδα. Δεν μπορεί να δώσει λύση από μόνο του το δίκαιο, αλλά αποτελεί ασπίδα, σου δίνει το δικαίωμα να αρνηθείς εκεί που θεωρείς ότι δεν συνάδει με το δίκαιο.

Έτσι θα βαδίσετε στο Βερολίνο;

Θα πάμε με δεδηλωμένη την πολιτική βούληση να εμπλακούμε σε έναν ουσιαστικό διάλογο. Δεύτερον ότι θέλουμε αυτός ο διάλογος να οδηγεί σε μια λύση που να διασφαλίζει λειτουργικότητα, για να μπορεί να υπάρχει βιωσιμότητα του κράτους. Πρέπει να συμβαδίζει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το οποίο θα πρέπει να μη δημιουργεί κακά προηγούμενα, π.χ. η αξίωση των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας οι Τουρκοκύπριοι να έχουν μία θετική ψήφο για όλες τις αποφάσεις της κεντρικής κυβερνήσεως. Αυτό είναι ένα παράδοξο που δεν παρουσιάζεται σε κανένα των συνταγμάτων καμιάς από τις 193 χώρες-μέλη των Ηνωμένων Εθνών, πολύ δε περισσότερο μέσα στην Ε.Ε. Συνεπώς προκειμένου να διασφαλιστεί η προσπάθειά μας, κινούμενοι μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι η λύση που θα βρεθεί να ανταποκρίνεται από τη μία στις ανησυχίες των δυο κοινοτήτων -δεν παραγνωρίζουμε τις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων αλλά είναι τόσο αντίθετη με δημοκρατικά θέσμια, με βασικές αρχές διακυβέρνησης, ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή κι από τις δυο κοινότητες. Διότι εγείρεται το ερώτημα τι θα γίνει εάν την επομένη με τα προνόμια που διεκδικεί η τουρκοκυπριακή κοινότητα παρατηρηθεί ένα αδιέξοδο ή καταρρεύσουν οι όποιες συμφωνίες, τι θα γίνει η Κυπριακή Δημοκρατία ή κυπριακός ελληνισμός;

Είναι αυτό που είπατε κατά την αναγόρευσή σας ως επίτιμου διδάκτορα ότι θα παλέψετε για μία λύση, η οποία δεν θα έχει το καθεστώς των εγγυήσεων…

Ή του κηδεμόνα ή της οποιαδήποτε εξάρτησης. Είναι δεδηλωμένο, εξόχως διαφανές ότι η Τουρκία επιδιώκει με τη θετική ψήφο και ενόψει του ελέγχου και της εξαρτήσεως που έχουν οι Τουρκοκύπριοι από την Τουρκία να υποβάλλει το ποιες θα είναι οι αποφάσεις, με αποτέλεσμα να εξαρτάται η διακυβέρνηση της χώρας από μία θετική ψήφο που θα καθορίζεται ανάλογα με τις πολιτικές, τα συμφέροντα της Άγκυρας. Αντιλαμβάνεστε πως αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.

Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της Ε.Ε.;

Ναι, θα έλεγα παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Περάσαμε ένα στάδιο κρίσης το 2016 με τις προσφυγικές ροές, τις πολιτικές που υιοθέτησαν ορισμένα κράτη - μέλη, που έλειπε το στοιχείο της αλληλεγγύης. Αλλά νομίζω ότι σιγά σιγά συνειδητοποιούν όλοι πως πρέπει να ληφθούν τέτοια μέτρα, με τα οποία θα επανακάμψει η εμπιστοσύνη προς την Ε.Ε. Έχει συνεισφέρει σημαντικά στην ειρήνη στην Ευρώπη, έχει συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη με όλες τις τυχόν αδυναμίες που παρουσιάζει το σύστημα, αλλά σταδιακά βελτιώνονται πολιτικές, βελτιώνεται η προσπάθεια για να επιτευχθεί μια συνοχή, να εντατικοποιηθεί η αλληλεγγύη, μέσα από προγράμματα μπαίνουμε σε άλλους ρυθμούς ανάπτυξης και πεδία είτε ερευνών είτε καινοτομίας. Συνεπώς νομίζω ότι και προοπτική και καλύτερο μέλλον υπάρχει.

Το μέλλον της Κύπρου;

Από της δικής μας πλευράς έχουμε αποδείξει σε όλη τη διάρκεια των 45 χρόνων, που τελούμε υπό κατοχή, ότι υπήρξαμε αρκετά γενναίοι να δεχθούμε τον ιστορικό συμβιβασμό μετατροπής του ενιαίου κράτους σε ένα διζωνικό ομόσπονδο κράτος. Έχουμε δώσει δείγματα γραφής ότι ανταποκρινόμαστε στις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων. Αυτό που θέλουμε να δούμε είναι να υπάρξει η ανάλογη ανταπόκριση σεβασμού και ως προς τις ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων.

Σε τι επίπεδο βρίσκονται οι ελληνοκυπριακές σχέσεις;

Ήταν και παραμένουν άριστες. Ουδέποτε η ιδεολογική ταυτότητα της ελληνικής κυβέρνησης, πέραν βεβαίως της χούντας με τις φασιστικές ιδεολογίες κτλ., έπαιξε ρόλο. Ήταν πάντοτε σε ένα άριστο επίπεδο. Πολύ περισσότερο μετά την καταστροφή του ’74, που μπορεί να πει κανείς πως απέκτησε πραγματική ανεξαρτησία η Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς παρεμβάσεις από την όποια ελληνική κυβέρνηση αλλά σε πλήρη συνεργασία και από κοινού αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων είτε και προκλήσεων που είχαμε. Κλασικότερο παράδειγμα της άριστης συνεργασίας ήταν η απόφαση να υποβληθεί αίτηση για επίσημη ένταξη στην Ε.Ε. Και η απόλυτη επιτυχία του ιστορικού εκείνου στόχου μέσα από τη στενότατη συνεργασία των δυο κυβερνήσεων, με τον πιο σημαντικό ρόλο να τον διαδραματίζει τότε η ελληνική κυβέρνηση καθώς μέσα από μια ομοφωνία ή ομογνωμία έγινε κατορθωτό να περάσει το μήνυμα, ιδιαίτερα μετά το Ελσίνκι το 1999, όταν αποφασίστηκε ότι δεν θα είναι «cherry picking», -επιλεκτικά δηλαδή- το ποιοι θα ενταχθούν. Αλλά διασφαλίστηκε ότι για να γίνουν δεκτές οι υπόλοιπες 9, θα έπρεπε να μπει και η Κύπρος.

Ήταν κίνηση «ματ»;

Ήταν ίσως από τις ιστορικότερες αποφάσεις που ελήφθησαν ποτέ, διότι είναι μια άλλη κατοχύρωση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είμαστε έδαφος της Ε.Ε., μια χώρα που με την ιδιότητα του κράτους-μέλους δεν μπορεί παρά να τυγχάνει -παρ’ όλες τις σκοπιμότητες που μπορεί να παρεισφρήσουν- της προστασίας της Ε.Ε. Και θέλω να ελπίζω πως αποτελεί και μια ασπίδα αποτροπής των όποιων σχεδιασμών της Άγκυρας.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 3 Νοεμβρίου 2019

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μιλά στη «ΜτΚ» με αφορμή την παρουσία του στη Θεσσαλονίκη για την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς την προκλητικότητα της Τουρκίας αλλά και στη στρατηγική της κυπριακής πλευράς στο δρόμο για τις συνομιλίες του Βερολίνου στις 25 Νοεμβρίου. Χαρακτηρίζει την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. ως μια από τις ιστορικότερες αποφάσεις και δηλώνει κατηγορηματικά ότι η εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών δεν θα αποτελέσει κατάρα αλλά ευλογία.

mitsi-anastasiadis.jpg

Πριν από λίγες ώρες σάς αναγόρευσαν επίτιμο διδάκτορα της Νομικής σχολής του ΑΠΘ. Πώς αισθάνεστε για το γεγονός;

Είναι μία ύψιστη τιμή που μου απένειμε ένα καταξιωμένο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και της Νομικής σχολής συγκεκριμένα, που έχει μία ιστορία 90 χρόνων. Συνεπώς είναι μια τιμή που αντανακλά το ενδιαφέρον του πανεπιστημίου για τον κυπριακό ελληνισμό, απονέμοντας στο πρόσωπό μου την τιμή αυτή, την οποία αποδέχτηκα ως μια τιμή στον κυπριακό ελληνισμό και τους αγώνες του.

Είστε νομικός, έχετε τελειώσει τη Νομική σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και με μεταπτυχιακό στο Ναυτικό Δίκαιο στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Ωστόσο, είμαστε σε μία περιοχή που δεν καταφέρνει πάντοτε να επικρατήσει το δίκαιο, ο δε γείτονάς μας ακολουθεί ενίοτε το «δίκαιο του ισχυρού». Πώς μπορούμε να ενισχύσουμε το «δίκαιο»;

Το μόνο που απομένει στους ανίσχυρους δεν είναι άλλο από το διεθνές δίκαιο ή ένα άλλο πλέγμα δυνατοτήτων που παρέχονται μέσα από πολιτικές, τις οποίες ακολουθήσαμε και ακολουθούμε. Την εδαφική ακεραιότητα τη διασφαλίσαμε μέσα από τα ψηφίσματα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Τα ανθρώπινα δικαιώματα βεβαίως κάποια καλύπτονται από το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αλλά με την ένταξη στην Ε.Ε., που ήταν μια στρατηγική μεγίστης σημασίας, έχουμε διασφαλίσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο, δηλαδή η λύση θα πρέπει να κινείται μέσα στις παραμέτρους του. Διότι έχει συμφωνηθεί ότι η Κύπρος είναι και θα παραμείνει μέλος της Ε.Ε. Σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων -διακρατικές αλλά και οι ατομικές- έχουν συμβάλει σημαντικά με ισχυρές αποφάσεις καταδίκης από τη μία για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος της Τουρκίας, ενώ από την άλλη ενισχύουν αυτό που επιδιώκουμε, δηλαδή η λύση -του κυπριακού- να είναι συμβατή πέραν του κεκτημένου και με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά αναγνωρίζονται. Την ίδια ώρα είναι και οι στρατηγικές συμμαχίες που έχουμε αναπτύξει με τα γειτονικά κράτη και το πιο σημαντικό η θωράκιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα μέσα από την οριοθέτηση τη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που έχει συμβεί με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο. Αυτό δημιουργεί ένα προηγούμενο και αποτρέπει το έκνομον των ενεργειών της Τουρκίας από το να μετατραπεί σε κάτι νόμιμο. Η Τουρκία δεν είναι μέλος της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας και θεωρεί πως, αφού δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, τα νησιά δεν έχουν ΑΟΖ. Με τις συμφωνίες που έχουμε επιτύχει, αυτό που θωρακίζεται είναι ακριβώς το κυριαρχικό δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ενασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματα στις θαλάσσιες περιοχές που περιβάλλουν τη χώρα. Γι’ αυτό και οι ενεργειακοί σχεδιασμοί απρόσκοπτα μέχρι σήμερα έχουν προχωρήσει και δεν είμαστε διατεθειμένοι να υπαναχωρήσουμε από αυτήν τη γραμμή.

Έχετε κάνει συνεργασίες με την Ελλάδα και τις γύρω χώρες -τριμερείς αλλά και μέσω της Ε.Ε. Υπάρχουν γνώμες ωστόσο που μιλούν για την ανάγκη αναδιάρθρωσης της ελληνοκυπριακής πολιτικής και στο στρατιωτικό τομέα.

Υπάρχουν οι συνεργασίες στον τομέα των αμυντικών διεργασιών ανάμεσα στις άλλες. Αλλά θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Μην αναμένετε ότι είναι δυνατόν αυτές οι ωφέλιμες συνεργασίες που αποσκοπούν στη σταθερότητα, την ειρήνη, την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου- που είναι κάτι σημαντικότατο- να μετατραπούν σε στρατιωτικές συμμαχίες υπό την έννοια ότι η μία χώρα θα προστρέξει εις βοήθειαν της άλλης σε περίπτωση εμπολέμων συρράξεων. Ούτε το επιδιώκουμε ούτε το θέλουμε, ούτε και αποτελεί το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε. Αντίθετα, λέμε πως μέσα από αυτές τις τριμερείς συνεργασίες κανένας δεν αποκλείεται, αρκεί να σέβεται το διεθνές δίκαιο. Στέλνουμε δηλαδή ένα ισχυρό μήνυμα στην Τουρκία ότι είναι ευπρόσδεκτη αν θέλει να συνενώσει δυνάμεις προκειμένου να υπάρξει μέσα από το διάλογο εκείνος ο διακανονισμός, που θα είναι προς όφελος όλων. Συνεπώς, κατ’ αντίθεση με όσα λέει η Τουρκία ότι οι συνεργασίες μας είναι για να την αποκλείσουν, το αντίθετο είναι αυτό που επιδιώκουμε μέσα από αυτές τις συνεργασίες.

Με αυτόν τον τρόπο, αυτό που λέγεται ότι οι ενεργειακές πηγές είναι «ευχή ή κατάρα» μπορεί τελικά να αποβεί σε καλό;

Μπορούν να αποβούν σε ευλογία. Σε κάτι που θα ωφελήσει όλους ανεξάρτητα. Και είμαστε μια περιοχή που δυστυχώς χαρακτηρίζεται από αναταράξεις, συρράξεις, είτε αυτές οφείλονται στην επιθετικότητα κάποιων κρατών είτε στις επιδιώξεις για άλωση των κυβερνήσεων ή των λαών μέσω των φονταμενταλισμών, της τρομοκρατίας, όλα αυτά που παρακολουθούμε ή των ενεργειών όπως εκείνες της Τουρκίας με την εισβολή στη Συρία. Έτσι πιστεύω ότι μια σωστή συνεργασία πάνω στη σωστή βάση είναι προς όφελος όλων.

Η Τουρκία έχει μια χαραγμένη εξωτερική πολιτική, την οποία τηρεί απαρέγκλιτα εδώ και πολλά χρόνια. Κάθε λίγο ωστόσο διεκδικεί και κάτι περισσότερο. Αυτό δεν προκαλεί προβλήματα ως προς την αντιμετώπισή της;

Βεβαιότατα. Κατά καιρούς εμφανίζεται με περισσότερες αξιώσεις, διεκδικώντας έκνομα δικαιώματα που δεν της παρέχονται. Το σημαντικότερο ή το λυπηρότερο είναι πως αποτελεί και κράτος υποψήφιο προς ένταξη στην Ε.Ε. και θα έπρεπε να πληροί όλες τις προϋποθέσεις του υποψήφιου κράτους, το οποίο δεν αναγνωρίζει ένα εκ των κρατών μελών, την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν αναγνωρίζει, διότι θεωρεί ότι είναι εκλιπούσα η Κυπριακή Δημοκρατία, τη συνθήκη επανεισδοχής προσφύγων, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται προσφυγικές ροές στην Κύπρο και σήμερα η χώρα να αντιμετωπίζει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα, ούσα πρώτη σε αιτητές πολιτικού ασύλου σε σχέση με τον πληθυσμό. Για φέτος υπολογίζεται να φτάσουμε στις 15.000. Αν συνυπολογιστούν οι παράνομοι και οι αιτούντες πολιτικό άσυλο ανέρχονται περίπου στις 80.000, δηλαδή περίπου στο 10% του πληθυσμού. Αντιστοιχεί σε μια χώρα των 50.000.000 περίπου 500.000 άτομα αιτητές πολιτικού ασύλου.

Βρισκόμαστε σε μία πολύ σημαντική γεωστρατηγικά περιοχή. Η Τουρκία «παίζει» με έναν τρόπο που έχει στην ουσία αναβαθμίσει το ρόλο της με την εισβολή που έκανε στη Συρία καθώς και με τις συμμαχίες που συστήνει, ίσως και «λυκοφιλίες», γιατί αλλάζει πλευρές -πότε μαζί πότε ενάντια σε χώρες όπως το Ισραήλ ή η Ρωσία. Τη συμπεριφορά αυτή, πηγαίνοντας και προς το Βερολίνο στις 25 Νοεμβρίου, πώς θα μπορέσετε να την αντιπαρέλθετε;

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων, τα συμφέροντα, ο ανταγωνισμός, ποιος προσεταιρίζεται ή ποιος δεν χάνει από την Τουρκία ως σύμμαχο, αποτελεί ένα από τα προβλήματα ή το πλεονέκτημα από πλευράς μιας χώρας που έχει και την ισχύ. Όμως είναι θέμα σταθερότητας στις θέσεις και εμμονής στις αρχές δικαίου. Αυτό που λέω, δηλαδή ότι αποτελεί ασπίδα. Δεν μπορεί να δώσει λύση από μόνο του το δίκαιο, αλλά αποτελεί ασπίδα, σου δίνει το δικαίωμα να αρνηθείς εκεί που θεωρείς ότι δεν συνάδει με το δίκαιο.

Έτσι θα βαδίσετε στο Βερολίνο;

Θα πάμε με δεδηλωμένη την πολιτική βούληση να εμπλακούμε σε έναν ουσιαστικό διάλογο. Δεύτερον ότι θέλουμε αυτός ο διάλογος να οδηγεί σε μια λύση που να διασφαλίζει λειτουργικότητα, για να μπορεί να υπάρχει βιωσιμότητα του κράτους. Πρέπει να συμβαδίζει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το οποίο θα πρέπει να μη δημιουργεί κακά προηγούμενα, π.χ. η αξίωση των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας οι Τουρκοκύπριοι να έχουν μία θετική ψήφο για όλες τις αποφάσεις της κεντρικής κυβερνήσεως. Αυτό είναι ένα παράδοξο που δεν παρουσιάζεται σε κανένα των συνταγμάτων καμιάς από τις 193 χώρες-μέλη των Ηνωμένων Εθνών, πολύ δε περισσότερο μέσα στην Ε.Ε. Συνεπώς προκειμένου να διασφαλιστεί η προσπάθειά μας, κινούμενοι μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι η λύση που θα βρεθεί να ανταποκρίνεται από τη μία στις ανησυχίες των δυο κοινοτήτων -δεν παραγνωρίζουμε τις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων αλλά είναι τόσο αντίθετη με δημοκρατικά θέσμια, με βασικές αρχές διακυβέρνησης, ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή κι από τις δυο κοινότητες. Διότι εγείρεται το ερώτημα τι θα γίνει εάν την επομένη με τα προνόμια που διεκδικεί η τουρκοκυπριακή κοινότητα παρατηρηθεί ένα αδιέξοδο ή καταρρεύσουν οι όποιες συμφωνίες, τι θα γίνει η Κυπριακή Δημοκρατία ή κυπριακός ελληνισμός;

Είναι αυτό που είπατε κατά την αναγόρευσή σας ως επίτιμου διδάκτορα ότι θα παλέψετε για μία λύση, η οποία δεν θα έχει το καθεστώς των εγγυήσεων…

Ή του κηδεμόνα ή της οποιαδήποτε εξάρτησης. Είναι δεδηλωμένο, εξόχως διαφανές ότι η Τουρκία επιδιώκει με τη θετική ψήφο και ενόψει του ελέγχου και της εξαρτήσεως που έχουν οι Τουρκοκύπριοι από την Τουρκία να υποβάλλει το ποιες θα είναι οι αποφάσεις, με αποτέλεσμα να εξαρτάται η διακυβέρνηση της χώρας από μία θετική ψήφο που θα καθορίζεται ανάλογα με τις πολιτικές, τα συμφέροντα της Άγκυρας. Αντιλαμβάνεστε πως αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.

Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της Ε.Ε.;

Ναι, θα έλεγα παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Περάσαμε ένα στάδιο κρίσης το 2016 με τις προσφυγικές ροές, τις πολιτικές που υιοθέτησαν ορισμένα κράτη - μέλη, που έλειπε το στοιχείο της αλληλεγγύης. Αλλά νομίζω ότι σιγά σιγά συνειδητοποιούν όλοι πως πρέπει να ληφθούν τέτοια μέτρα, με τα οποία θα επανακάμψει η εμπιστοσύνη προς την Ε.Ε. Έχει συνεισφέρει σημαντικά στην ειρήνη στην Ευρώπη, έχει συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη με όλες τις τυχόν αδυναμίες που παρουσιάζει το σύστημα, αλλά σταδιακά βελτιώνονται πολιτικές, βελτιώνεται η προσπάθεια για να επιτευχθεί μια συνοχή, να εντατικοποιηθεί η αλληλεγγύη, μέσα από προγράμματα μπαίνουμε σε άλλους ρυθμούς ανάπτυξης και πεδία είτε ερευνών είτε καινοτομίας. Συνεπώς νομίζω ότι και προοπτική και καλύτερο μέλλον υπάρχει.

Το μέλλον της Κύπρου;

Από της δικής μας πλευράς έχουμε αποδείξει σε όλη τη διάρκεια των 45 χρόνων, που τελούμε υπό κατοχή, ότι υπήρξαμε αρκετά γενναίοι να δεχθούμε τον ιστορικό συμβιβασμό μετατροπής του ενιαίου κράτους σε ένα διζωνικό ομόσπονδο κράτος. Έχουμε δώσει δείγματα γραφής ότι ανταποκρινόμαστε στις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων. Αυτό που θέλουμε να δούμε είναι να υπάρξει η ανάλογη ανταπόκριση σεβασμού και ως προς τις ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων.

Σε τι επίπεδο βρίσκονται οι ελληνοκυπριακές σχέσεις;

Ήταν και παραμένουν άριστες. Ουδέποτε η ιδεολογική ταυτότητα της ελληνικής κυβέρνησης, πέραν βεβαίως της χούντας με τις φασιστικές ιδεολογίες κτλ., έπαιξε ρόλο. Ήταν πάντοτε σε ένα άριστο επίπεδο. Πολύ περισσότερο μετά την καταστροφή του ’74, που μπορεί να πει κανείς πως απέκτησε πραγματική ανεξαρτησία η Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς παρεμβάσεις από την όποια ελληνική κυβέρνηση αλλά σε πλήρη συνεργασία και από κοινού αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων είτε και προκλήσεων που είχαμε. Κλασικότερο παράδειγμα της άριστης συνεργασίας ήταν η απόφαση να υποβληθεί αίτηση για επίσημη ένταξη στην Ε.Ε. Και η απόλυτη επιτυχία του ιστορικού εκείνου στόχου μέσα από τη στενότατη συνεργασία των δυο κυβερνήσεων, με τον πιο σημαντικό ρόλο να τον διαδραματίζει τότε η ελληνική κυβέρνηση καθώς μέσα από μια ομοφωνία ή ομογνωμία έγινε κατορθωτό να περάσει το μήνυμα, ιδιαίτερα μετά το Ελσίνκι το 1999, όταν αποφασίστηκε ότι δεν θα είναι «cherry picking», -επιλεκτικά δηλαδή- το ποιοι θα ενταχθούν. Αλλά διασφαλίστηκε ότι για να γίνουν δεκτές οι υπόλοιπες 9, θα έπρεπε να μπει και η Κύπρος.

Ήταν κίνηση «ματ»;

Ήταν ίσως από τις ιστορικότερες αποφάσεις που ελήφθησαν ποτέ, διότι είναι μια άλλη κατοχύρωση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είμαστε έδαφος της Ε.Ε., μια χώρα που με την ιδιότητα του κράτους-μέλους δεν μπορεί παρά να τυγχάνει -παρ’ όλες τις σκοπιμότητες που μπορεί να παρεισφρήσουν- της προστασίας της Ε.Ε. Και θέλω να ελπίζω πως αποτελεί και μια ασπίδα αποτροπής των όποιων σχεδιασμών της Άγκυρας.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 3 Νοεμβρίου 2019

ΣΧΟΛΙΑ

Επιλέξτε Κατηγορία