Νέα εποχή στο θέμα των Μαρμάρων του Παρθενώνα

 25/02/2019 13:00

Σημείο έντονης επιστημονικής, πολιτικής και πολιτιστικής αντιπαράθεσης γίνονται παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς θησαυροί, που βρίσκονται κυρίως στο Βρετανικό Μουσείο και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος του «Guardian», όπου διαβάζουμε ότι «τα βρετανικά μουσεία παλεύουν με την αύξηση των αιτημάτων για την επιστροφή ξένων θησαυρών».

Το παγκόσμιας ακτινοβολίας Μουσείο Φυσικής Ιστορίας πιέζεται για την επιστροφή στο Γιβραλτάρ των νεαντερταλικών λειψάνων, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου κρανίου ενήλικα που έχει ανακαλυφθεί από τους επιστήμονες, και στη Χιλή των υπολειμμάτων του Mylodon darwinii.

Πρόσφατα η αιγυπτιακή κυβέρνηση κάλεσε το Εθνικό Μουσείο της Σκοτίας να εμφανίσει έγγραφα πιστοποίησης για τη σχεδιαζόμενη έκθεση μίας πέτρας, που αφαιρέθηκε από τη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας.

Πέρυσι το υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας ζήτησε από το Βρετανικό Μουσείο την επιστροφή ενός μαρμάρινου ανάγλυφου, που απεικονίζει τους ελευθερωμένους Publius Licinius Philonicus και Publius Licinius Demetrius.

Το θέμα συνεπώς των Μαρμάρων του Παρθενώνα είναι μονίμως η κορυφή του παγόβουνου, αλλά τώρα η συζήτηση γενικεύεται και για πρώτη φορά συγκεντρώνονται τόσα επιχειρήματα για το αν έχουν πια το δικαίωμα τα μουσεία να κρατούν θησαυρούς που απέκτησαν με αμφισβητούμενης δεοντολογίας και νομιμότητας ενέργειες.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να καταθέσω μία προσωπική δημοσιογραφική εμπειρία:

Νωρίς το καλοκαίρι του 1997 είχα κάνει μία έρευνα για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Λονδίνο, σε μια συγκυρία η οποία σύμφωνα με το πολιτικό κλίμα της εποχής επέτρεπε μια συγκρατημένη αισιοδοξία για επαναδιατύπωση του αιτήματος για επιστροφή τους στην Αθήνα.

Το κλίμα που ανέφερα ερχόταν:

Από τις θετικές διαθέσεις βουλευτών των Εργατικών του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού τότε Τόνι Μπλερ.

Από τη στάση προσωπικοτήτων της Τέχνης και των Γραμμάτων στη χώρα αυτή, που υποστήριζαν το ελληνικό αίτημα.

Από μια δημοσκόπηση σε ένα δημοφιλές πρόγραμμα του τηλεοπτικού σταθμού Channel Four με οικοδεσπότη τον μακαρίτη πια δημοσιογράφο William G. Stewart, από τους παλιότερους υποστηρικτές του αιτήματος της Μελίνας Μερκούρη. Οι βρετανοί τηλεθεατές στη συντριπτική τους πλειονότητα είχαν ταχθεί υπέρ της.

Είχα μιλήσει τόσο με τον W. Stewart όσο και με την ελληνίδα παλιά σημαντική κινηματογραφική παραγωγό Ελένη Cubitt -συνεργάτιδα του Ζαν Λικ Γκοντάρ στην περίφημη ταινία του 1968 «Sympathy for the Devel»!- και πολύ δραστήρια γραμματέα της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα.

Κοινή ήταν η εκτίμησή τους ότι το θέμα των Μαρμάρων μπορεί να περνά φάσεις που θεωρούνται ευνοϊκές για την Ελλάδα, πλην όμως η πολιτική, νομική και επικοινωνιακή ετοιμότητα του Βρετανικού Μουσείου για τα αντίστοιχα θέματα είναι διαμορφωμένη επί πολλές δεκαετίες και εξόχως συμπαγής.

Όσοι ασχολούνται από παλιά με το θέμα, θα έχουν αντιληφθεί ότι υπάρχουν παγιωμένα και σαφή επιχειρήματα και στις δύο πλευρές:

Αν πάρουμε ακόμα και τα πρόσφατα δημοσιεύματα του «Guardian», το ισχυρότερο ατού της ελληνικής πλευράς φαίνεται να είναι πως τα Μάρμαρα του Παρθενώνα συνιστούν ενιαίο και μοναδικό έργο τέχνης, το οποίο δεν πρέπει να είναι χωρισμένο.

Η βρετανική πλευρά εδώ και πολλές δεκαετίες εκτός από το επιχείρημα -που ξεθώριασε μετά τη δημιουργία του σύγχρονου Μουσείου της Ακρόπολης- ότι στο Λονδίνο φυλάσσονται «καλύτερα», προβάλλει και τη θεωρία ότι Βρετανικό Μουσείο φιλοξενεί παγκόσμιους «πολιτιστικούς θησαυρούς», ενώ της Ακρόπολης είναι ένα εθνικό μουσείο.

Βέβαια τώρα με το Brexit το συγκεκριμένο επιχείρημα γίνεται όλο και πιο ανυπόστατο.

Είναι λοιπόν τώρα ακόμα μία ευνοϊκή συγκυρία; Δύο σημεία χρειάζονται σίγουρα μια ενδελεχή αξιολόγηση:

*Η απόφαση που έλαβε στις 13 Δεκεμβρίου 2018 η Ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ «για την «επιστροφή ή απόδοση πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσης» ερμηνεύθηκε από τα ΜΜΕ, και στην Ελλάδα αλλά και στη Βρετανία, ως γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές προϋποθέσεις, για να επιστραφούν πολλές αρχαιότητες στις χώρες προέλευσής τους. Κάτι που σημαίνει ότι είναι αρκετά πιθανό να επιστραφούν και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, που είναι ένα παγκόσμιας γνωστό θέμα από τα θεωρούμενα ως υψηλού προφίλ (high profile).

*Σειρά δημοσιευμάτων στη Βρετανία με πιο «πιεστικό» για το Βρετανικό Μουσείο αυτό της Ριάνον Λούσι Κόσλετ στον «Guardian», η οποία έγραψε πριν από μήνες ότι «το Brexit είναι η ιδανική ευκαιρία για την κυβέρνηση της Αθήνας να ασκήσει πιέσεις για την επιστροφή των Μαρμάρων».

Χαρακτηριστική ήταν η παρακάτω επισήμανσή της: «Στο κάτω κάτω το Λονδίνο θα χρειαστεί την έγκριση από όλες τις χώρες μέλη αν συναφθεί συμφωνία για το Brexit».

«Το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει από ηθικής πλευράς η κυβέρνησή μας», πρόσθετε, «για να ζητήσει συγγνώμη σχετικά με παλαιότερες αποικιοκρατικές συμπεριφορές, είναι να επιστρέψει τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους».

H ιστορικός τέχνης Άλις Πρόκτερ, από την πλευρά της, μέσα από μια πρωτοβουλία με τίτλο «Uncomfortable Art Tours», κάνει λόγο στον «Guardian» για «αποικιακή ιστορία» των μουσείων, προβλέποντας ότι τα βρετανικά ιδρύματα θα αναγκάζονται όλο και περισσότερο να αναζητούν απαντήσεις για την προέλευση των αντικειμένων τους και το αν θα πρέπει να τα επιστρέψουν.

Σε επιστολή του προς την εφημερίδα, ο πρόεδρος του Συμβουλίου των Επιτρόπων που διοικούν το Βρετανικό Μουσείο, Ρίτσαρντ Λάμπερτ, αναφέρει πως «το Μουσείο είναι αυτόνομο και από την αρχή της λειτουργίας του, το 1753, διοικείται ανεξάρτητα από την πολιτική και το κοινοβούλιο».

Τα βρετανικά μουσεία, όπως φαίνεται, θα απασχολούν για καιρό τα ΜΜΕ όλου του κόσμου. Μια νέα εποχή άρχισε και η πίεση εξελίσσεται σε πρωτόγνωρη.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 24 Φεβρουαρίου 2019

Σημείο έντονης επιστημονικής, πολιτικής και πολιτιστικής αντιπαράθεσης γίνονται παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς θησαυροί, που βρίσκονται κυρίως στο Βρετανικό Μουσείο και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος του «Guardian», όπου διαβάζουμε ότι «τα βρετανικά μουσεία παλεύουν με την αύξηση των αιτημάτων για την επιστροφή ξένων θησαυρών».

Το παγκόσμιας ακτινοβολίας Μουσείο Φυσικής Ιστορίας πιέζεται για την επιστροφή στο Γιβραλτάρ των νεαντερταλικών λειψάνων, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου κρανίου ενήλικα που έχει ανακαλυφθεί από τους επιστήμονες, και στη Χιλή των υπολειμμάτων του Mylodon darwinii.

Πρόσφατα η αιγυπτιακή κυβέρνηση κάλεσε το Εθνικό Μουσείο της Σκοτίας να εμφανίσει έγγραφα πιστοποίησης για τη σχεδιαζόμενη έκθεση μίας πέτρας, που αφαιρέθηκε από τη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας.

Πέρυσι το υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας ζήτησε από το Βρετανικό Μουσείο την επιστροφή ενός μαρμάρινου ανάγλυφου, που απεικονίζει τους ελευθερωμένους Publius Licinius Philonicus και Publius Licinius Demetrius.

Το θέμα συνεπώς των Μαρμάρων του Παρθενώνα είναι μονίμως η κορυφή του παγόβουνου, αλλά τώρα η συζήτηση γενικεύεται και για πρώτη φορά συγκεντρώνονται τόσα επιχειρήματα για το αν έχουν πια το δικαίωμα τα μουσεία να κρατούν θησαυρούς που απέκτησαν με αμφισβητούμενης δεοντολογίας και νομιμότητας ενέργειες.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να καταθέσω μία προσωπική δημοσιογραφική εμπειρία:

Νωρίς το καλοκαίρι του 1997 είχα κάνει μία έρευνα για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Λονδίνο, σε μια συγκυρία η οποία σύμφωνα με το πολιτικό κλίμα της εποχής επέτρεπε μια συγκρατημένη αισιοδοξία για επαναδιατύπωση του αιτήματος για επιστροφή τους στην Αθήνα.

Το κλίμα που ανέφερα ερχόταν:

Από τις θετικές διαθέσεις βουλευτών των Εργατικών του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού τότε Τόνι Μπλερ.

Από τη στάση προσωπικοτήτων της Τέχνης και των Γραμμάτων στη χώρα αυτή, που υποστήριζαν το ελληνικό αίτημα.

Από μια δημοσκόπηση σε ένα δημοφιλές πρόγραμμα του τηλεοπτικού σταθμού Channel Four με οικοδεσπότη τον μακαρίτη πια δημοσιογράφο William G. Stewart, από τους παλιότερους υποστηρικτές του αιτήματος της Μελίνας Μερκούρη. Οι βρετανοί τηλεθεατές στη συντριπτική τους πλειονότητα είχαν ταχθεί υπέρ της.

Είχα μιλήσει τόσο με τον W. Stewart όσο και με την ελληνίδα παλιά σημαντική κινηματογραφική παραγωγό Ελένη Cubitt -συνεργάτιδα του Ζαν Λικ Γκοντάρ στην περίφημη ταινία του 1968 «Sympathy for the Devel»!- και πολύ δραστήρια γραμματέα της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα.

Κοινή ήταν η εκτίμησή τους ότι το θέμα των Μαρμάρων μπορεί να περνά φάσεις που θεωρούνται ευνοϊκές για την Ελλάδα, πλην όμως η πολιτική, νομική και επικοινωνιακή ετοιμότητα του Βρετανικού Μουσείου για τα αντίστοιχα θέματα είναι διαμορφωμένη επί πολλές δεκαετίες και εξόχως συμπαγής.

Όσοι ασχολούνται από παλιά με το θέμα, θα έχουν αντιληφθεί ότι υπάρχουν παγιωμένα και σαφή επιχειρήματα και στις δύο πλευρές:

Αν πάρουμε ακόμα και τα πρόσφατα δημοσιεύματα του «Guardian», το ισχυρότερο ατού της ελληνικής πλευράς φαίνεται να είναι πως τα Μάρμαρα του Παρθενώνα συνιστούν ενιαίο και μοναδικό έργο τέχνης, το οποίο δεν πρέπει να είναι χωρισμένο.

Η βρετανική πλευρά εδώ και πολλές δεκαετίες εκτός από το επιχείρημα -που ξεθώριασε μετά τη δημιουργία του σύγχρονου Μουσείου της Ακρόπολης- ότι στο Λονδίνο φυλάσσονται «καλύτερα», προβάλλει και τη θεωρία ότι Βρετανικό Μουσείο φιλοξενεί παγκόσμιους «πολιτιστικούς θησαυρούς», ενώ της Ακρόπολης είναι ένα εθνικό μουσείο.

Βέβαια τώρα με το Brexit το συγκεκριμένο επιχείρημα γίνεται όλο και πιο ανυπόστατο.

Είναι λοιπόν τώρα ακόμα μία ευνοϊκή συγκυρία; Δύο σημεία χρειάζονται σίγουρα μια ενδελεχή αξιολόγηση:

*Η απόφαση που έλαβε στις 13 Δεκεμβρίου 2018 η Ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ «για την «επιστροφή ή απόδοση πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσης» ερμηνεύθηκε από τα ΜΜΕ, και στην Ελλάδα αλλά και στη Βρετανία, ως γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές προϋποθέσεις, για να επιστραφούν πολλές αρχαιότητες στις χώρες προέλευσής τους. Κάτι που σημαίνει ότι είναι αρκετά πιθανό να επιστραφούν και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, που είναι ένα παγκόσμιας γνωστό θέμα από τα θεωρούμενα ως υψηλού προφίλ (high profile).

*Σειρά δημοσιευμάτων στη Βρετανία με πιο «πιεστικό» για το Βρετανικό Μουσείο αυτό της Ριάνον Λούσι Κόσλετ στον «Guardian», η οποία έγραψε πριν από μήνες ότι «το Brexit είναι η ιδανική ευκαιρία για την κυβέρνηση της Αθήνας να ασκήσει πιέσεις για την επιστροφή των Μαρμάρων».

Χαρακτηριστική ήταν η παρακάτω επισήμανσή της: «Στο κάτω κάτω το Λονδίνο θα χρειαστεί την έγκριση από όλες τις χώρες μέλη αν συναφθεί συμφωνία για το Brexit».

«Το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει από ηθικής πλευράς η κυβέρνησή μας», πρόσθετε, «για να ζητήσει συγγνώμη σχετικά με παλαιότερες αποικιοκρατικές συμπεριφορές, είναι να επιστρέψει τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους».

H ιστορικός τέχνης Άλις Πρόκτερ, από την πλευρά της, μέσα από μια πρωτοβουλία με τίτλο «Uncomfortable Art Tours», κάνει λόγο στον «Guardian» για «αποικιακή ιστορία» των μουσείων, προβλέποντας ότι τα βρετανικά ιδρύματα θα αναγκάζονται όλο και περισσότερο να αναζητούν απαντήσεις για την προέλευση των αντικειμένων τους και το αν θα πρέπει να τα επιστρέψουν.

Σε επιστολή του προς την εφημερίδα, ο πρόεδρος του Συμβουλίου των Επιτρόπων που διοικούν το Βρετανικό Μουσείο, Ρίτσαρντ Λάμπερτ, αναφέρει πως «το Μουσείο είναι αυτόνομο και από την αρχή της λειτουργίας του, το 1753, διοικείται ανεξάρτητα από την πολιτική και το κοινοβούλιο».

Τα βρετανικά μουσεία, όπως φαίνεται, θα απασχολούν για καιρό τα ΜΜΕ όλου του κόσμου. Μια νέα εποχή άρχισε και η πίεση εξελίσσεται σε πρωτόγνωρη.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 24 Φεβρουαρίου 2019

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία