ΔΙΕΘΝΗ

Να επιτρέπεται ή όχι ένας υπνάκος στη δουλειά; Ιδού η απορία

Επιστήμονες εκτιμούν πως οι εργοδότες θα πρέπει να αφήνουν τους εργαζόμενους να κοιμούνται λίγο καθώς έτσι θα αποτραπούν και ατυχήματα και θα είναι αποδοτικότεροι οι εργαζόμενοί τους

 19/11/2019 22:30

Να επιτρέπεται ή όχι ένας υπνάκος στη δουλειά; Ιδού η απορία

Αν και η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τον ύπνο στο γραφείο απαγορευμένο και έχει αποφασίσει να πάρει σκληρά μέτρα κατά αυτού, ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτό πρέπει να αναθεωρηθεί.

Αν και ο ύπνος στη δουλειά αποδοκιμαζόταν στις ΗΠΑ, ποτέ δεν είχε απαγορευτεί εντελώς μέχρι σήμερα.

Δεν είναι ξεκάθαρο τι οδήγησε στη θέσπιση αυτής της επίσημης οδηγίας, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση το προσπάθησε.

Το 2018, δημοσιεύτηκε μια έκθεση σχετικά με μια υπάλληλο του Τμήματος Μηχανοκίνητων Οχημάτων η οποία κοιμόταν περίπου τρεις ώρες την ημέρα. Η έκθεση υπολόγισε ότι ο ύπνος της εργαζόμενης κόστιζε στο κράτος 36.000 ευρώ χαμένης παραγωγικότητας σε διάστημα τεσσάρων ετών.

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη έκθεση, η συμπεριφορά της αυτή ανάγκαζε τους συναδέλφους της διαρκώς να την καλύπτουν και να τη βγάζουν από τη δύσκολη θέση.

Η εργαζόμενη δεν κατηγορήθηκε, επειδή ο προϊστάμενός της ανησυχούσε ότι υπήρχε ένα πρόβλημα υγείας που προκαλούσε την υπνηλία. Η σκέψη για ένα εργατικό δυναμικό που συλλογικά αναπληρώνει τον χαμένο ύπνο προκαλεί ανησυχία σε όλο και περισσότερες εταιρίες, αλλά, αν επιτραπεί, είναι πιο πιθανό να αυξήσει παρά να μειώσει την παραγωγικότητα.

Ο δρ Λόρενς Έπστεϊν, πρώην πρόεδρος της Αμερικανικής Ακαδημίας για την Ιατρική του Ύπνου και Ιατρικός Διευθυντής στο Νοσοκομείο της Βοστόνης "Brigham and Women's", υπολογίζει ότι περίπου 70 εκατομμύρια Αμερικανοί υποφέρουν από διαταραχές ύπνου.

Μια πρόσφατη μελέτη που διεξήχθη από Πανεπιστήμιο Ball State της Ιντιάνα, η οποία εξέτασε τη διάρκεια του ύπνου σε 150.000 άτομα, βρήκε ότι το ποσοστό αυτών που κοιμούνται λιγότερες από επτά ώρες κάθε βράδυ αυξήθηκε από 30,9% το 2010 σε 35,5% το 2018. Περίπου οι μισοί συμμετέχοντες δήλωναν ότι δεν κοιμούνταν αρκετά.

Ο Έπστεϊν δήλωσε στο BBC ότι ορισμένες εταιρείες έχουν συνείδηση αυτού του προβλήματος και διερευνούν τρόπους για την καταπολέμησή του.

"Είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί αλλά δυστυχώς συχνά δεν αντιμετωπίζεται", είπε.

Η έλλειψη ύπνου μπορεί να έχει επιπτώσεις τόσο στην υγεία των ανθρώπων (καθώς έχει συνδεθεί με παχυσαρκία, διαβήτη, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, άγχος και κατάθλιψη) όσο και στην οικονομία.

Μια ανάλυση που διεξήχθη το 2016 έδειξε ότι οι εργαζόμενοι που δεν είναι αρκετά ξεκούραστοι "κοστίζουν" στη αμερικανική οικονομία περίπου 371 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, συμπεριλαμβανομένης της απολεσθείσας παραγωγικότητας.

Ο Έπστεϊν και άλλοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να επιτρέπεται στους εργαζομένους να κοιμούνται λίγο στη δουλειά.

"Οι άνθρωποι που στερούνται ύπνου δεν μπορούν να δουλέψουν και διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για ατυχήματα στο εργασιακό περιβάλλον καταλήγοντας να κοστίζουν ακόμα περισσότερο στις εταιρείες καθώς έχουν περισσότερα προβλήματα υγείας", εξηγεί ο ίδιος.

Αν και η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τον ύπνο στο γραφείο απαγορευμένο και έχει αποφασίσει να πάρει σκληρά μέτρα κατά αυτού, ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτό πρέπει να αναθεωρηθεί.

Αν και ο ύπνος στη δουλειά αποδοκιμαζόταν στις ΗΠΑ, ποτέ δεν είχε απαγορευτεί εντελώς μέχρι σήμερα.

Δεν είναι ξεκάθαρο τι οδήγησε στη θέσπιση αυτής της επίσημης οδηγίας, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση το προσπάθησε.

Το 2018, δημοσιεύτηκε μια έκθεση σχετικά με μια υπάλληλο του Τμήματος Μηχανοκίνητων Οχημάτων η οποία κοιμόταν περίπου τρεις ώρες την ημέρα. Η έκθεση υπολόγισε ότι ο ύπνος της εργαζόμενης κόστιζε στο κράτος 36.000 ευρώ χαμένης παραγωγικότητας σε διάστημα τεσσάρων ετών.

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη έκθεση, η συμπεριφορά της αυτή ανάγκαζε τους συναδέλφους της διαρκώς να την καλύπτουν και να τη βγάζουν από τη δύσκολη θέση.

Η εργαζόμενη δεν κατηγορήθηκε, επειδή ο προϊστάμενός της ανησυχούσε ότι υπήρχε ένα πρόβλημα υγείας που προκαλούσε την υπνηλία. Η σκέψη για ένα εργατικό δυναμικό που συλλογικά αναπληρώνει τον χαμένο ύπνο προκαλεί ανησυχία σε όλο και περισσότερες εταιρίες, αλλά, αν επιτραπεί, είναι πιο πιθανό να αυξήσει παρά να μειώσει την παραγωγικότητα.

Ο δρ Λόρενς Έπστεϊν, πρώην πρόεδρος της Αμερικανικής Ακαδημίας για την Ιατρική του Ύπνου και Ιατρικός Διευθυντής στο Νοσοκομείο της Βοστόνης "Brigham and Women's", υπολογίζει ότι περίπου 70 εκατομμύρια Αμερικανοί υποφέρουν από διαταραχές ύπνου.

Μια πρόσφατη μελέτη που διεξήχθη από Πανεπιστήμιο Ball State της Ιντιάνα, η οποία εξέτασε τη διάρκεια του ύπνου σε 150.000 άτομα, βρήκε ότι το ποσοστό αυτών που κοιμούνται λιγότερες από επτά ώρες κάθε βράδυ αυξήθηκε από 30,9% το 2010 σε 35,5% το 2018. Περίπου οι μισοί συμμετέχοντες δήλωναν ότι δεν κοιμούνταν αρκετά.

Ο Έπστεϊν δήλωσε στο BBC ότι ορισμένες εταιρείες έχουν συνείδηση αυτού του προβλήματος και διερευνούν τρόπους για την καταπολέμησή του.

"Είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί αλλά δυστυχώς συχνά δεν αντιμετωπίζεται", είπε.

Η έλλειψη ύπνου μπορεί να έχει επιπτώσεις τόσο στην υγεία των ανθρώπων (καθώς έχει συνδεθεί με παχυσαρκία, διαβήτη, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, άγχος και κατάθλιψη) όσο και στην οικονομία.

Μια ανάλυση που διεξήχθη το 2016 έδειξε ότι οι εργαζόμενοι που δεν είναι αρκετά ξεκούραστοι "κοστίζουν" στη αμερικανική οικονομία περίπου 371 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, συμπεριλαμβανομένης της απολεσθείσας παραγωγικότητας.

Ο Έπστεϊν και άλλοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να επιτρέπεται στους εργαζομένους να κοιμούνται λίγο στη δουλειά.

"Οι άνθρωποι που στερούνται ύπνου δεν μπορούν να δουλέψουν και διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για ατυχήματα στο εργασιακό περιβάλλον καταλήγοντας να κοστίζουν ακόμα περισσότερο στις εταιρείες καθώς έχουν περισσότερα προβλήματα υγείας", εξηγεί ο ίδιος.

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία