ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Η πρώτη μπουλντόζα στο πρώην στρατόπεδο

Το «τρελό» στην υπόθεση είναι πως τόσο οι πανηγυρίζοντες όσο και οι ανησυχούντες, έχουν δίκιο, βλέποντας το θέμα από διαφορετική σκοπιά

 03/10/2021 20:00

Η πρώτη μπουλντόζα στο πρώην στρατόπεδο

Μιχάλης Αλεξανδρίδης

O Δήμαρχος Παύλου Μελά Δημήτρης Δεμουρτζίδης και ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Απόστολος Τζιτζικώστας, έχουν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν που επιτέλους πρόκειται μέσα στον τρέχοντα μήνα να ξεκινήσουν τα έργα για την αναμόρφωση του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά.

Ο πρώτος διέθεσε πάμπολλες ώρες για να βρει λύσεις σε μύρια όσα γραφειοκρατικά προβλήματα, ενώ ο δεύτερος εργάστηκε επίμονα για να πετύχει την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της πρώτης φάσης του έργου από τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Ένα έργο μακράς πνοής, που θα αλλάξει τη μορφή της δυτικής Θεσσαλονίκης και θα επηρεάσει καταλυτικά και θετικότατα όχι μόνο την ζωή των ανθρώπων της περιοχής αλλά και την ζωή όλων των Θεσσαλονικέων αποτελώντας εκτός από πνεύμονα πρασίνου κι αναψυχής, ένα κέντρο πολιτισμού και προσέλκυσης χιλιάδων επισκεπτών.

Την ίδια ώρα ωστόσο, εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης στο Δήμο Παύλου Μελά «ανεβαίνουν στα κεραμίδια» διαμαρτυρόμενοι για το γεγονός πως ένα έργο τέτοιου μεγέθους και τέτοιας βαρύτητας στερείται ολοκληρωμένου σχεδίου. Επισημαίνουν πως δε καθορίστηκε ακόμα τι ακριβώς θα γίνει μέσα στο χώρο (ένα ή δύο ή τρία μουσεία, δημαρχείο ή κάποιες δημοτικές υπηρεσίες, τι είδους δράσεις θα φιλοξενούνται κλπ), ούτε προχώρησαν οι απαραίτητες μελέτες, ούτε φυσικά εξασφαλίστηκε η χρηματοδότηση τους. Όπως επίσης και ότι δεν έχει καθοριστεί ο τρόπος λειτουργίας του πολυδύναμου πάρκου.

Ποιο όργανο θα αποφασίζει (θα είναι διαχειριστική αρχή και από ποιον θα ορίζεται), ποιοι θα εργάζονται (θα είναι δημοτικοί υπάλληλοι, ή εργολαβικοί), πώς θα καλύπτονται τα λειτουργικά έξοδα που δεν θα είναι και λίγα (θα επιβαρυνθεί το ταμείο του δήμου ή κάτι άλλο).

Το «τρελό» στην υπόθεση είναι πως τόσο οι πανηγυρίζοντες όσο και οι ανησυχούντες, έχουν δίκιο, βλέποντας το θέμα από διαφορετική σκοπιά.

Οι μεν, λένε -και ορθώς- επιτέλους βρέθηκαν τα 20 εκατομμύρια για να ξεκινήσουν τα έργα διαμόρφωσης των 300 στρεμμάτων (χάραξη, δρόμου, δενδροφυτεύσεις κλπ), οι δε απορούν για το πώς ξεκινά ένα έργο χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί τι ακριβώς θα γίνει μέσα στον χώρο και ενώ δεν έχουν προχωρήσει καν οι αναθέσεις των μελετών.

Ωστόσο, το ερώτημα που αναφύεται είναι πιεστικό: να περιμένουμε να ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός, να γίνουν οι μελέτες, να κοστολογηθούν, να διασφαλιστούν οι χρηματοδοτήσεις όλων των επιμέρους εργασιών, να καθοριστεί το πώς θα λειτουργεί ο χώρος και πώς θα καλύπτονται τα έξοδα και μετά να μπει η πρώτη μπουλντόζα για την διαμόρφωση του χώρου και τις δενδροφυτεύσεις -οι οποίες έτσι κι αλλιώς είναι οριστικά σχεδιασμένες;

Επειδή το άριστα είναι εχθρός του καλού, κατηγορηματικά τάσσομαι υπέρ της έναρξης των εργασιών και της δέσμευσης για την υλοποίηση του project που θέλει την ανάδειξη του πρώην στρατοπέδου σε λαμπερό τοπόσημο της δυτικής και όλης της Θεσσαλονίκης.

Καλή συνέχεια.

************************************************************************************

Στο άκουσμα της λέξης «παρέλαση» στους πολλούς έρχεται ένα συναίσθημα ανάτασης, χαράς και πατριωτισμού, στους μαθητές έρχονται στο νου πρόβες στο προαύλιο (με το εξτραδάκι της αποφυγής λίγου βαρετού μαθήματος), στους νέους γονείς βόλτες και φωτογραφήσεις με τον μπόμπιρα στην παραλιακή να κουνά το γαλανόλευκο σημαιάκι και στους ποδοσφαιρόφιλους μια ατάκα που έγινε ιστορικό σλόγκαν. Μιλώ φυσικά για το περίφημο «δε θα κάνει παρέλαση» που λέγεται από οπαδούς και γράφεται από δημοσιογράφους με το υποκείμενο να είναι συνήθως ένας προπονητής που δεν τραβά και θα απολυθεί άμεσα, πριν δηλαδή την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου μερικές μόνο εβδομάδες μετά την έναρξη των αγωνιστικών υποχρεώσεων.


Τη φράση αυτή τη θυμήθηκα την περασμένη εβδομάδα όταν έμαθα κι εγώ κι όλοι οι άλλοι πως ανεβαίνουν εσπευσμένα στη Θεσσαλονίκη τα «μεγάλα κεφάλια» του υπουργείου Υγείας, όμως εκείνοι έσπευσαν να μας καθησυχάσουν (;) πώς δεν συντρέχει λόγος για έκτακτα μέτρα, ούτε φυσικά τίθεται θέμα να μπει και η συμπρωτεύουσα στη λίστα που είχε μπει ήδη όλη η Μακεδονία του μίνι λοκντάουν. Κι απ’ αυτή τη σελίδα, μόλις την περασμένη Κυριακή, άφηνα να εννοηθεί πώς κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτή την απόφαση, αφού τα κρούσματα κόντευαν της Αθήνας με τον πενταπλάσιο πληθυσμό και όλοι οι γύρω ήταν κλειστοί.


Ούτε πέντε μέρες δεν πέρασαν μέχρι να επιβεβαιωθεί πώς η μη απόφαση ήταν πρόχειρη -για να μην τη χαρακτηρίσω τίποτα χειρότερο- και η Θεσσαλονίκη πήρε τη θέση που της... αρμόζει ως κέντρο του «κατακόκκινου» Βορρά. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έγραφα πώς πρέπει η κυβέρνηση να επιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας και μάλιστα οριζόντια –δηλαδή και στους εμβολιασμένους για τους οποίους και ο πρωθυπουργός και όλοι οι αρμόδιοι διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους πώς δε θα ξαναμπεί καμιά απαγόρευση- ούτε πώς πρέπει η εστίαση να υποστεί κι άλλο καίριο πλήγμα. Όμως, η επιδείνωση φαινόταν ακόμη κι από 504 χιλιόμετρα μακριά και είτε έπρεπε να μπει και η Θεσσαλονίκη και τυπικά στο κόκκινο είτε έπρεπε να βγουν οι άλλοι και να σκαρφιστούν πολιτικοί και λοιμωξιολόγοι άλλο πανέξυπνο κοκτέιλ μέτρων, την στιγμή που όλοι πια ξέρουμε πώς μόνο αν εμβολιαστούν οι αντιστεκόμενοι, οι «εγώ ξέρω καλύτερα», οι αυτοαποκαλούμενοι ιθαγενείς θα σταματήσει το κακό.


Μετά, λοιπόν, και τα θανάσιμα περσινά λάθη, η κυβέρνηση πήρε κάποια προληπτικά μέτρα κι ο χρόνος θα κρίνει αν κι αυτά θα λειτουργήσουν ή θα αποτύχουν όπως πολλά από τα προηγούμενα. Σ’ αυτό, λοιπόν, το βαρύ περιβάλλον όπως διαμορφώνεται, κι ενώ ζήσαμε όσα ζήσαμε πέρσι (και δυστυχώς πολλοί δεν κατάφεραν καν αυτό, να επιζήσουν δηλαδή από τον φονικό Νοέμβρη) άνοιξε και πάλι η συζήτηση της παρέλασης κι αν θα κάνουμε παρέλαση ή δε θα κάνουμε. Οι γιατροί να λένε στα τηλεπαράθυρα ένα μάλλον σαφές «όχι» σαν κι εκείνο που θα γιορτάσουμε σε 25 μέρες, οι τοπικοί άρχοντες να το αφήνουν ορθάνοιχτο ρίχνοντας επιπλέον νερό στο μύλο της σχετικής παραφιλολογίας και οι κυβερνητικοί να πετάνε τη μπάλα στην εξέδρα.


Δεν υποτιμώ ούτε τη σημασία της παρέλασης, ούτε φυσικά της γιορτής της πόλης που κάθε χρόνο από μικροί όλοι την περιμέναμε πώς και πώς και είναι –μαζί με τη ΔΕΘ- η μοναδική περίοδος του χρόνου που η Θεσσαλονίκη φοράει τα γιορτινά της και έχει τη θέση που της αξίζει. Όμως, δε μπορώ παρά να ενστερνιστώ το ρητό περί παθήματος και μαθήματος και να πω τόσο προς τους συμπολίτες μου όσο και προς εκείνους που αποφασίζουν για μέτρα, ημίμετρα, γιορτές και πανηγύρια, πώς είναι η ώρα όλο το βάρος της προσπάθειας αλλά και της δημόσιας συζήτησης να το ρίξουν στο να γίνει ένα «ντου» στα εμβολιαστικά κέντρα γιατί έτσι που το πάμε θα καταλήξουμε κι εμείς σαν τους κακούς προπονητές: να μην κάνουμε παρέλαση κι όχι με δική μας απόφαση.


* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 03.10.2021

O Δήμαρχος Παύλου Μελά Δημήτρης Δεμουρτζίδης και ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Απόστολος Τζιτζικώστας, έχουν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν που επιτέλους πρόκειται μέσα στον τρέχοντα μήνα να ξεκινήσουν τα έργα για την αναμόρφωση του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά.

Ο πρώτος διέθεσε πάμπολλες ώρες για να βρει λύσεις σε μύρια όσα γραφειοκρατικά προβλήματα, ενώ ο δεύτερος εργάστηκε επίμονα για να πετύχει την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της πρώτης φάσης του έργου από τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Ένα έργο μακράς πνοής, που θα αλλάξει τη μορφή της δυτικής Θεσσαλονίκης και θα επηρεάσει καταλυτικά και θετικότατα όχι μόνο την ζωή των ανθρώπων της περιοχής αλλά και την ζωή όλων των Θεσσαλονικέων αποτελώντας εκτός από πνεύμονα πρασίνου κι αναψυχής, ένα κέντρο πολιτισμού και προσέλκυσης χιλιάδων επισκεπτών.

Την ίδια ώρα ωστόσο, εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης στο Δήμο Παύλου Μελά «ανεβαίνουν στα κεραμίδια» διαμαρτυρόμενοι για το γεγονός πως ένα έργο τέτοιου μεγέθους και τέτοιας βαρύτητας στερείται ολοκληρωμένου σχεδίου. Επισημαίνουν πως δε καθορίστηκε ακόμα τι ακριβώς θα γίνει μέσα στο χώρο (ένα ή δύο ή τρία μουσεία, δημαρχείο ή κάποιες δημοτικές υπηρεσίες, τι είδους δράσεις θα φιλοξενούνται κλπ), ούτε προχώρησαν οι απαραίτητες μελέτες, ούτε φυσικά εξασφαλίστηκε η χρηματοδότηση τους. Όπως επίσης και ότι δεν έχει καθοριστεί ο τρόπος λειτουργίας του πολυδύναμου πάρκου.

Ποιο όργανο θα αποφασίζει (θα είναι διαχειριστική αρχή και από ποιον θα ορίζεται), ποιοι θα εργάζονται (θα είναι δημοτικοί υπάλληλοι, ή εργολαβικοί), πώς θα καλύπτονται τα λειτουργικά έξοδα που δεν θα είναι και λίγα (θα επιβαρυνθεί το ταμείο του δήμου ή κάτι άλλο).

Το «τρελό» στην υπόθεση είναι πως τόσο οι πανηγυρίζοντες όσο και οι ανησυχούντες, έχουν δίκιο, βλέποντας το θέμα από διαφορετική σκοπιά.

Οι μεν, λένε -και ορθώς- επιτέλους βρέθηκαν τα 20 εκατομμύρια για να ξεκινήσουν τα έργα διαμόρφωσης των 300 στρεμμάτων (χάραξη, δρόμου, δενδροφυτεύσεις κλπ), οι δε απορούν για το πώς ξεκινά ένα έργο χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί τι ακριβώς θα γίνει μέσα στον χώρο και ενώ δεν έχουν προχωρήσει καν οι αναθέσεις των μελετών.

Ωστόσο, το ερώτημα που αναφύεται είναι πιεστικό: να περιμένουμε να ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός, να γίνουν οι μελέτες, να κοστολογηθούν, να διασφαλιστούν οι χρηματοδοτήσεις όλων των επιμέρους εργασιών, να καθοριστεί το πώς θα λειτουργεί ο χώρος και πώς θα καλύπτονται τα έξοδα και μετά να μπει η πρώτη μπουλντόζα για την διαμόρφωση του χώρου και τις δενδροφυτεύσεις -οι οποίες έτσι κι αλλιώς είναι οριστικά σχεδιασμένες;

Επειδή το άριστα είναι εχθρός του καλού, κατηγορηματικά τάσσομαι υπέρ της έναρξης των εργασιών και της δέσμευσης για την υλοποίηση του project που θέλει την ανάδειξη του πρώην στρατοπέδου σε λαμπερό τοπόσημο της δυτικής και όλης της Θεσσαλονίκης.

Καλή συνέχεια.

************************************************************************************

Στο άκουσμα της λέξης «παρέλαση» στους πολλούς έρχεται ένα συναίσθημα ανάτασης, χαράς και πατριωτισμού, στους μαθητές έρχονται στο νου πρόβες στο προαύλιο (με το εξτραδάκι της αποφυγής λίγου βαρετού μαθήματος), στους νέους γονείς βόλτες και φωτογραφήσεις με τον μπόμπιρα στην παραλιακή να κουνά το γαλανόλευκο σημαιάκι και στους ποδοσφαιρόφιλους μια ατάκα που έγινε ιστορικό σλόγκαν. Μιλώ φυσικά για το περίφημο «δε θα κάνει παρέλαση» που λέγεται από οπαδούς και γράφεται από δημοσιογράφους με το υποκείμενο να είναι συνήθως ένας προπονητής που δεν τραβά και θα απολυθεί άμεσα, πριν δηλαδή την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου μερικές μόνο εβδομάδες μετά την έναρξη των αγωνιστικών υποχρεώσεων.


Τη φράση αυτή τη θυμήθηκα την περασμένη εβδομάδα όταν έμαθα κι εγώ κι όλοι οι άλλοι πως ανεβαίνουν εσπευσμένα στη Θεσσαλονίκη τα «μεγάλα κεφάλια» του υπουργείου Υγείας, όμως εκείνοι έσπευσαν να μας καθησυχάσουν (;) πώς δεν συντρέχει λόγος για έκτακτα μέτρα, ούτε φυσικά τίθεται θέμα να μπει και η συμπρωτεύουσα στη λίστα που είχε μπει ήδη όλη η Μακεδονία του μίνι λοκντάουν. Κι απ’ αυτή τη σελίδα, μόλις την περασμένη Κυριακή, άφηνα να εννοηθεί πώς κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτή την απόφαση, αφού τα κρούσματα κόντευαν της Αθήνας με τον πενταπλάσιο πληθυσμό και όλοι οι γύρω ήταν κλειστοί.


Ούτε πέντε μέρες δεν πέρασαν μέχρι να επιβεβαιωθεί πώς η μη απόφαση ήταν πρόχειρη -για να μην τη χαρακτηρίσω τίποτα χειρότερο- και η Θεσσαλονίκη πήρε τη θέση που της... αρμόζει ως κέντρο του «κατακόκκινου» Βορρά. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έγραφα πώς πρέπει η κυβέρνηση να επιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας και μάλιστα οριζόντια –δηλαδή και στους εμβολιασμένους για τους οποίους και ο πρωθυπουργός και όλοι οι αρμόδιοι διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους πώς δε θα ξαναμπεί καμιά απαγόρευση- ούτε πώς πρέπει η εστίαση να υποστεί κι άλλο καίριο πλήγμα. Όμως, η επιδείνωση φαινόταν ακόμη κι από 504 χιλιόμετρα μακριά και είτε έπρεπε να μπει και η Θεσσαλονίκη και τυπικά στο κόκκινο είτε έπρεπε να βγουν οι άλλοι και να σκαρφιστούν πολιτικοί και λοιμωξιολόγοι άλλο πανέξυπνο κοκτέιλ μέτρων, την στιγμή που όλοι πια ξέρουμε πώς μόνο αν εμβολιαστούν οι αντιστεκόμενοι, οι «εγώ ξέρω καλύτερα», οι αυτοαποκαλούμενοι ιθαγενείς θα σταματήσει το κακό.


Μετά, λοιπόν, και τα θανάσιμα περσινά λάθη, η κυβέρνηση πήρε κάποια προληπτικά μέτρα κι ο χρόνος θα κρίνει αν κι αυτά θα λειτουργήσουν ή θα αποτύχουν όπως πολλά από τα προηγούμενα. Σ’ αυτό, λοιπόν, το βαρύ περιβάλλον όπως διαμορφώνεται, κι ενώ ζήσαμε όσα ζήσαμε πέρσι (και δυστυχώς πολλοί δεν κατάφεραν καν αυτό, να επιζήσουν δηλαδή από τον φονικό Νοέμβρη) άνοιξε και πάλι η συζήτηση της παρέλασης κι αν θα κάνουμε παρέλαση ή δε θα κάνουμε. Οι γιατροί να λένε στα τηλεπαράθυρα ένα μάλλον σαφές «όχι» σαν κι εκείνο που θα γιορτάσουμε σε 25 μέρες, οι τοπικοί άρχοντες να το αφήνουν ορθάνοιχτο ρίχνοντας επιπλέον νερό στο μύλο της σχετικής παραφιλολογίας και οι κυβερνητικοί να πετάνε τη μπάλα στην εξέδρα.


Δεν υποτιμώ ούτε τη σημασία της παρέλασης, ούτε φυσικά της γιορτής της πόλης που κάθε χρόνο από μικροί όλοι την περιμέναμε πώς και πώς και είναι –μαζί με τη ΔΕΘ- η μοναδική περίοδος του χρόνου που η Θεσσαλονίκη φοράει τα γιορτινά της και έχει τη θέση που της αξίζει. Όμως, δε μπορώ παρά να ενστερνιστώ το ρητό περί παθήματος και μαθήματος και να πω τόσο προς τους συμπολίτες μου όσο και προς εκείνους που αποφασίζουν για μέτρα, ημίμετρα, γιορτές και πανηγύρια, πώς είναι η ώρα όλο το βάρος της προσπάθειας αλλά και της δημόσιας συζήτησης να το ρίξουν στο να γίνει ένα «ντου» στα εμβολιαστικά κέντρα γιατί έτσι που το πάμε θα καταλήξουμε κι εμείς σαν τους κακούς προπονητές: να μην κάνουμε παρέλαση κι όχι με δική μας απόφαση.


* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 03.10.2021

ΣΧΟΛΙΑ

Επιλέξτε Κατηγορία