ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γιώργος Κιμούλης: Πιστεύω ότι η ευτυχία βρίσκεται στη συλλογικότητα. Στο μαζί, όχι στο χώρια

Με αφορμή την παράσταση «Το παγκάκι», που σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί και ανεβαίνει από σήμερα στη Θεσσαλονίκη, ο γνωστός ηθοποιός μιλά στη «ΜτΚ»

 16/10/2019 07:00

Γιώργος Κιμούλης: Πιστεύω ότι η ευτυχία βρίσκεται στη συλλογικότητα. Στο μαζί, όχι στο χώρια
Φωτεινή Μπαξεβάνη και Γιώργος Κιμούλης επί σκηνής.

Στη Βιολέτα Φωτιάδη

«Το παγκάκι» του Αλεξάντερ Γκέλμαν ανεβαίνει στις 16 Οκτωβρίου στη σκηνή του θεάτρου «Αμαλία», σε σκηνοθεσία και διασκευή του Γιώργου Κιμούλη.

Πρόκειται για την ιστορία δύο μοναχικών ανθρώπων (τους υποδύονται ο Γιώργος Κιμούλης και η Φωτεινή Μπαξεβάνη), που συναντιούνται σε ένα παγκάκι, το οποίο λειτουργεί συμβολικά ως ένας τόπος περάσματος, και μιλούν για τα προβλήματα που τους απασχολούν σχετικά με τη μοναχικότητα και τη δυνατότητα να ζήσουν μαζί.

Συζητώντας μαζί του για τη διαδικασία επιλογής των έργων που υπογράφει σκηνοθετικά, ο ηθοποιός εξηγεί πως δεν συνηθίζει να επιλέγει εκ των προτέρων, αλλά η απόφαση προκύπτει μέσα από έναν ανοιχτό διάλογο με τον περιβάλλοντα χώρο του, όπου ερευνά τις ανάγκες και τα ερωτήματα που υπάρχουν στο μυαλό των ανθρώπων και κατ’ επέκταση και στο δικό του. Και εξηγεί: «Στο θέατρο είμαστε ζωντανοί άνθρωποι, συγκεκριμένης περιόδου, που μιλάμε σε άλλους ζωντανούς ανθρώπους της ίδιας περιόδου. Οφείλουμε λοιπόν να κρατάμε σύγχρονο αυτόν το διάλογο. Αν έκανα το ανάποδο και επέλεγα πρώτα τα έργα, θα ήταν σαν να ήθελα να φτιάξω ένα βιογραφικό και αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει».

  • Στρέφοντας το βλέμμα στη συγκεκριμένη παράσταση και το περιεχόμενο του κειμένου, σχολιάζει: «Το ερώτημα που θέτει το έργο είναι αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν μαζί και πως ο σύγχρονος κόσμος έχει αναγκάσει τους ανθρώπους να επιλέγουν να είναι μόνοι. Να νομίζουν ότι μπορούν. Η μεγαλοφυΐα του Γκέλμαν έγκειται στο ότι αυτό το αρκετά σοβαρό θέμα το αναπτύσσει με έναν τρόπο κωμικό. Άλλωστε, όπως έχει πει ο Ντάριο Φο, ‘το κλάμα ανακουφίζει, ενώ το γέλιο θυμώνει’ και ο θυμός είναι πάντα ο βατήρας για μία νέα δημιουργία».
  • Σε αυτό το ερώτημα για τη συνύπαρξη των ανθρώπων οφείλεται και η διαχρονικότητα του έργου και από εκεί πηγάζει και η ανάγκη για συζήτηση επ’ αυτού. «Μεγαλύτερη ανοησία από τη λέξη αυτάρκεια δεν υπάρχει. Από την εποχή του Αριστοτέλη ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του, γιατί δεν θα ήταν άνθρωπος αλλά θεός ή ζώο. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν επιλέξει να είναι μόνοι τους, άρα κινούνται σε έναν χώρο μοναχικότητας, θεωρώντας ότι είναι αυτάρκεις. Ότι μπορούν. Ε, όχι δεν μπορούν. Γιατί πιστεύω ότι η ευτυχία βρίσκεται στη συλλογικότητα. Στο μαζί, όχι στο χώρια», συμπληρώνει ο κ. Κιμούλης.
  • Το παράδοξο βέβαια σε αυτό είναι ότι παρόλο που ο κόσμος αποζητά τη συνύπαρξη, είμαστε κοινωνοί ενός περιβάλλοντος που με τις ευλογίες μας προωθεί τη μοναχικότητα αλλά και τη δημιουργία μιας ψεύτικης εικόνας για τον καθένα από εμάς, προκειμένου να ταιριάξουμε με τους άλλους. Και γιατί γίνεται κάτι τέτοιο; «Γιατί ο τρόπος που λειτουργεί η σύγχρονη κοινωνία δημιουργεί στον άνθρωπο μία συσσώρευση απορρίψεων, ηττών και αποτυχιών και τον κάνει να νιώθει πάρα πολύ μικρός, για να αντεπεξέλθει και να αντισταθεί σε αυτό που τον περιβάλλει. Έτσι προσπαθεί, αντί να αλλάξει τον κοινωνικό του χώρο, να προσαρμοστεί σε αυτόν. Φτιάχνει μία εικόνα που πολλές φορές δεν είναι αληθινή και έτσι ο άνθρωπος εθίζεται σταδιακά στο να ζει ψεύτικα και ελπίζοντας ότι μέσα από αυτό το ψέμα θα επιβιώσει. Μην ξεχνάμε ότι ο κοινωνικός χώρος, ή μάλλον αυτοί που σχεδιάζουν τον κοινωνικό χώρο, δίνουν διάφορες μικρές λύσεις, ένα είδος διεξόδου, στους ανθρώπους με το να φαντασιώνονται ότι είναι μαζί με τους άλλους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα social media. Γιατί ουσιαστικά είναι μία φαντασίωση ότι είσαι μαζί με άλλους. Λες μία γνώμη και νομίζεις ότι αυτή η γνώμη σου δημοσιοποιείται. Μετράς τα likes και πέφτεις σε μία δεύτερη φαντασίωση, ότι όντως μιλάς σε πολλούς. Την ώρα όμως που μετράς τα likes δεν σηκώνεις το βλέμμα σου να δεις ότι είσαι μόνος στο δωμάτιο» απαντά ο ηθοποιός.
  • Η λύση λοιπόν βρίσκεται στο «μαζί». Σε αυτό το μαζί που στοχεύει στην αλλαγή της κοινωνίας και των συνθηκών που διαμορφώνει και που βρίσκεται καθαρά στο χέρι μας, στις δικές μας αποφάσεις.
  • Πρέπει διαρκώς η κάθε γενιά να «επαναστατεί»
  • Επιστρέφοντας στα τεχνικά ζητήματα της παράστασης, ο Γιώργος Κιμούλης εξηγεί πως το να είσαι ηθοποιός, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής ενός έργου είναι καθαρά θέμα τεχνικής και το αν υπάρχουν απαιτήσεις είναι κάτι που ο κάθε επαγγελματίας θέτει μόνος του στον εαυτό του. Ταυτόχρονα, κάνει σαφή διαχωρισμό της εργασίας και της δουλειάς, λέγοντας πως: «Δεν δουλεύω, εργάζομαι γιατί παράγω έργο. Πολλές φορές με ρωτούν ‘δεν ξεκουράζεσαι, δεν έχεις ανάγκη να κάνεις διακοπές;’. Και απαντώ πως γιατί να ξεκουραστώ όταν δεν έχω κουραστεί. Όταν πηγαίνω στο θέατρο και ασχολούμαι με ένα θεατρικό έργο, δεν νιώθω ότι δουλεύω, ότι πιέζομαι να κάνω κάτι. Είναι η χαρά και η ανάγκη που έχει ο άνθρωπος για δημιουργία. Από την άλλη, ας μην κοροϊδευόμαστε, πάλι παίζει ρόλο ο κοινωνικός περίγυρος. Γιατί μπορεί να επιλέξεις μία δουλειά που αγαπάς, αλλά αν δεν μπορείς να παράγεις εσύ ο ίδιος όλο αυτό, στο πλαίσιο μιας αγοράς, θα βρεθούν κάποιοι έξυπνοι που θα εκμεταλλεύονται αυτήν τη δημιουργία σου διαρκώς.»
  • Αναφορικά μάλιστα με το κομμάτι της διασκευής, εξηγεί πως ο Γκέλμαν, ως ένας σύγχρονος συγγραφέας, δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη διασκευή. Θέτει ένα ερώτημα που χρονικά και τοπικά δεν αλλάζει. «Το πρόβλημα το οποίο πραγματεύεται είναι χρόνιο και κάθε γενιά πρέπει να το αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο, χωρίς να καθησυχάζεται από τα κεκτημένα της προηγούμενης. Πρέπει διαρκώς και συνεχώς η κάθε γενιά να ‘επαναστατεί’. Και τι σημαίνει αυτό; Σηκώνομαι για άλλη μία φορά όρθιος».
  • Τέλος, για το αν οι επόμενες γενιές, που γεννιούνται μέσα στη νόρμα των social media, θα μπορέσουν να επαναστατήσουν, δηλώνει πως «Ελπίζω ότι θα επαναστατήσει, θα σηκωθεί όρθια δηλαδή για ακόμα μία φορά η γενιά που ακόμα δεν έχει γεννηθεί».

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 13 Οκτωβρίου 2019

Στη Βιολέτα Φωτιάδη

«Το παγκάκι» του Αλεξάντερ Γκέλμαν ανεβαίνει στις 16 Οκτωβρίου στη σκηνή του θεάτρου «Αμαλία», σε σκηνοθεσία και διασκευή του Γιώργου Κιμούλη.

Πρόκειται για την ιστορία δύο μοναχικών ανθρώπων (τους υποδύονται ο Γιώργος Κιμούλης και η Φωτεινή Μπαξεβάνη), που συναντιούνται σε ένα παγκάκι, το οποίο λειτουργεί συμβολικά ως ένας τόπος περάσματος, και μιλούν για τα προβλήματα που τους απασχολούν σχετικά με τη μοναχικότητα και τη δυνατότητα να ζήσουν μαζί.

Συζητώντας μαζί του για τη διαδικασία επιλογής των έργων που υπογράφει σκηνοθετικά, ο ηθοποιός εξηγεί πως δεν συνηθίζει να επιλέγει εκ των προτέρων, αλλά η απόφαση προκύπτει μέσα από έναν ανοιχτό διάλογο με τον περιβάλλοντα χώρο του, όπου ερευνά τις ανάγκες και τα ερωτήματα που υπάρχουν στο μυαλό των ανθρώπων και κατ’ επέκταση και στο δικό του. Και εξηγεί: «Στο θέατρο είμαστε ζωντανοί άνθρωποι, συγκεκριμένης περιόδου, που μιλάμε σε άλλους ζωντανούς ανθρώπους της ίδιας περιόδου. Οφείλουμε λοιπόν να κρατάμε σύγχρονο αυτόν το διάλογο. Αν έκανα το ανάποδο και επέλεγα πρώτα τα έργα, θα ήταν σαν να ήθελα να φτιάξω ένα βιογραφικό και αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει».

  • Στρέφοντας το βλέμμα στη συγκεκριμένη παράσταση και το περιεχόμενο του κειμένου, σχολιάζει: «Το ερώτημα που θέτει το έργο είναι αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν μαζί και πως ο σύγχρονος κόσμος έχει αναγκάσει τους ανθρώπους να επιλέγουν να είναι μόνοι. Να νομίζουν ότι μπορούν. Η μεγαλοφυΐα του Γκέλμαν έγκειται στο ότι αυτό το αρκετά σοβαρό θέμα το αναπτύσσει με έναν τρόπο κωμικό. Άλλωστε, όπως έχει πει ο Ντάριο Φο, ‘το κλάμα ανακουφίζει, ενώ το γέλιο θυμώνει’ και ο θυμός είναι πάντα ο βατήρας για μία νέα δημιουργία».
  • Σε αυτό το ερώτημα για τη συνύπαρξη των ανθρώπων οφείλεται και η διαχρονικότητα του έργου και από εκεί πηγάζει και η ανάγκη για συζήτηση επ’ αυτού. «Μεγαλύτερη ανοησία από τη λέξη αυτάρκεια δεν υπάρχει. Από την εποχή του Αριστοτέλη ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του, γιατί δεν θα ήταν άνθρωπος αλλά θεός ή ζώο. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν επιλέξει να είναι μόνοι τους, άρα κινούνται σε έναν χώρο μοναχικότητας, θεωρώντας ότι είναι αυτάρκεις. Ότι μπορούν. Ε, όχι δεν μπορούν. Γιατί πιστεύω ότι η ευτυχία βρίσκεται στη συλλογικότητα. Στο μαζί, όχι στο χώρια», συμπληρώνει ο κ. Κιμούλης.
  • Το παράδοξο βέβαια σε αυτό είναι ότι παρόλο που ο κόσμος αποζητά τη συνύπαρξη, είμαστε κοινωνοί ενός περιβάλλοντος που με τις ευλογίες μας προωθεί τη μοναχικότητα αλλά και τη δημιουργία μιας ψεύτικης εικόνας για τον καθένα από εμάς, προκειμένου να ταιριάξουμε με τους άλλους. Και γιατί γίνεται κάτι τέτοιο; «Γιατί ο τρόπος που λειτουργεί η σύγχρονη κοινωνία δημιουργεί στον άνθρωπο μία συσσώρευση απορρίψεων, ηττών και αποτυχιών και τον κάνει να νιώθει πάρα πολύ μικρός, για να αντεπεξέλθει και να αντισταθεί σε αυτό που τον περιβάλλει. Έτσι προσπαθεί, αντί να αλλάξει τον κοινωνικό του χώρο, να προσαρμοστεί σε αυτόν. Φτιάχνει μία εικόνα που πολλές φορές δεν είναι αληθινή και έτσι ο άνθρωπος εθίζεται σταδιακά στο να ζει ψεύτικα και ελπίζοντας ότι μέσα από αυτό το ψέμα θα επιβιώσει. Μην ξεχνάμε ότι ο κοινωνικός χώρος, ή μάλλον αυτοί που σχεδιάζουν τον κοινωνικό χώρο, δίνουν διάφορες μικρές λύσεις, ένα είδος διεξόδου, στους ανθρώπους με το να φαντασιώνονται ότι είναι μαζί με τους άλλους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα social media. Γιατί ουσιαστικά είναι μία φαντασίωση ότι είσαι μαζί με άλλους. Λες μία γνώμη και νομίζεις ότι αυτή η γνώμη σου δημοσιοποιείται. Μετράς τα likes και πέφτεις σε μία δεύτερη φαντασίωση, ότι όντως μιλάς σε πολλούς. Την ώρα όμως που μετράς τα likes δεν σηκώνεις το βλέμμα σου να δεις ότι είσαι μόνος στο δωμάτιο» απαντά ο ηθοποιός.
  • Η λύση λοιπόν βρίσκεται στο «μαζί». Σε αυτό το μαζί που στοχεύει στην αλλαγή της κοινωνίας και των συνθηκών που διαμορφώνει και που βρίσκεται καθαρά στο χέρι μας, στις δικές μας αποφάσεις.
  • Πρέπει διαρκώς η κάθε γενιά να «επαναστατεί»
  • Επιστρέφοντας στα τεχνικά ζητήματα της παράστασης, ο Γιώργος Κιμούλης εξηγεί πως το να είσαι ηθοποιός, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής ενός έργου είναι καθαρά θέμα τεχνικής και το αν υπάρχουν απαιτήσεις είναι κάτι που ο κάθε επαγγελματίας θέτει μόνος του στον εαυτό του. Ταυτόχρονα, κάνει σαφή διαχωρισμό της εργασίας και της δουλειάς, λέγοντας πως: «Δεν δουλεύω, εργάζομαι γιατί παράγω έργο. Πολλές φορές με ρωτούν ‘δεν ξεκουράζεσαι, δεν έχεις ανάγκη να κάνεις διακοπές;’. Και απαντώ πως γιατί να ξεκουραστώ όταν δεν έχω κουραστεί. Όταν πηγαίνω στο θέατρο και ασχολούμαι με ένα θεατρικό έργο, δεν νιώθω ότι δουλεύω, ότι πιέζομαι να κάνω κάτι. Είναι η χαρά και η ανάγκη που έχει ο άνθρωπος για δημιουργία. Από την άλλη, ας μην κοροϊδευόμαστε, πάλι παίζει ρόλο ο κοινωνικός περίγυρος. Γιατί μπορεί να επιλέξεις μία δουλειά που αγαπάς, αλλά αν δεν μπορείς να παράγεις εσύ ο ίδιος όλο αυτό, στο πλαίσιο μιας αγοράς, θα βρεθούν κάποιοι έξυπνοι που θα εκμεταλλεύονται αυτήν τη δημιουργία σου διαρκώς.»
  • Αναφορικά μάλιστα με το κομμάτι της διασκευής, εξηγεί πως ο Γκέλμαν, ως ένας σύγχρονος συγγραφέας, δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη διασκευή. Θέτει ένα ερώτημα που χρονικά και τοπικά δεν αλλάζει. «Το πρόβλημα το οποίο πραγματεύεται είναι χρόνιο και κάθε γενιά πρέπει να το αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο, χωρίς να καθησυχάζεται από τα κεκτημένα της προηγούμενης. Πρέπει διαρκώς και συνεχώς η κάθε γενιά να ‘επαναστατεί’. Και τι σημαίνει αυτό; Σηκώνομαι για άλλη μία φορά όρθιος».
  • Τέλος, για το αν οι επόμενες γενιές, που γεννιούνται μέσα στη νόρμα των social media, θα μπορέσουν να επαναστατήσουν, δηλώνει πως «Ελπίζω ότι θα επαναστατήσει, θα σηκωθεί όρθια δηλαδή για ακόμα μία φορά η γενιά που ακόμα δεν έχει γεννηθεί».

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 13 Οκτωβρίου 2019

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επιλέξτε Κατηγορία