ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΡΘΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα «προοδευτικά ζιζάνια» του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δικαιώνονται 76 χρόνια αργότερα

Δήμητρα Παληγιάννη09 Απριλίου 2022

Η ηθική αποκατάσταση άργησε 76 ολόκληρα χρόνια για επτά απολυμένους καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που εκδιώχθηκαν μέσα στην αντικομμουνιστική δίνη του Εμφυλίου πολέμου, το 1946, εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων που πρέσβευαν.

Οι Αντώνιος Σιγάλας, Χαράλαμπος Θεοδωρίδης και Γιάννης Ιμβριώτης της Φιλοσοφικής Σχολής, Δημήτριος Καββάδας και Κωνσταντίνος Τζώνης της Φυσικομαθηματικής, Γεώργιος Τενεκίδης της Νομικής και Νικόλαος Ρουσσόπουλος της Γεωπονοδασολογικής Σχολής είναι οι επτά καθηγητές που κέρδισαν την ηθική δικαίωση μετά θάνατον πλέον, αφού η Σύγκλητος του ΑΠΘ αποφάσισε προσφάτως με ψήφισμα στις 22 Μαρτίου την αποκατάσταση της τιμής τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες του δημοσιογράφου Χρίστου Ζαφείρη, η Σύγκλητος του ΑΠΘ «αναγνωρίζει ότι οι παραπάνω καθηγητές επέδειξαν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής (1941–1944) υψηλό φρόνημα, συμμετέχοντας ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, τιμώντας το Πανεπιστήμιο και το λειτούργημά τους ως πνευματικών ανθρώπων και δίνοντας με τους αγώνες και το ήθος τους φωτεινό παράδειγμα στους φοιτητές και τις φοιτήτριές τους αλλά και στην τότε χειμαζόμενη κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Η Σύγκλητος θεωρεί ότι η απόλυσή τους το 1946, με βάση τα έκτακτα νομοθετικά μέτρα, που πάρθηκαν μέσα στη δίνη της εμφύλιας σύγκρουσης, οφειλόταν στα οξυμένα πάθη της εποχής και εκτιμά ότι οι μετέπειτα ατομικές ή συλλογικές προσπάθειες των απολυθέντων για την αποκατάστασή τους απέβησαν άκαρπες όχι μόνο με ευθύνη της Πολιτείας, αλλά και λόγω της άρνησης των θεσμικών οργάνων του Πανεπιστημίου να επανεξεταστεί με νηφαλιότητα το ζήτημα της απομάκρυνσής τους».

Οι καθηγητές που κρίθηκαν ως «επικίνδυνα και αντιεθνικά στοιχεία» και γι’ αυτό απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους στο πανεπιστήμιο είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν την άρση αυτής της απόφασης που πάρθηκε για το πρόσωπο τους, το 1951 και στη μεταπολίτευση, το 1975 και το 1981, ωστόσο όπως αποδεικνύεται από την τελική έκβαση η υπόθεση έπεφτε στο κενό μέχρι σήμερα.

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης φαίνεται πως αποτέλεσε το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Δημήτρη Μαυροσκούφη, το οποίο αποτελεί μια εμπεριστατωμένη ιστορική έρευνα για την αντικομμουνιστική στάση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και τις πρακτικές που εφαρμόζονταν για τα μέλη της κοινότητας που ήταν ενάντια στις αρχές του πανεπιστημιακού ιδρύματος.

Στο εν λόγω βιβλίο με τίτλο ‘Τα «προοδευτικά ζιζάνια» του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από τον αντικομμουνισμό του Μεσοπολέμου στον μακαρθισμό του Εμφυλίου’ ο καθηγητής Δημήτρης Μαυροσκούφης παρουσιάζει την κυρίαρχη αντικομμουνιστική ιδεολογία, η οποία με τον Εμφύλιο αποκρυσταλλώνεται στη γνωστή «εθνικοφροσύνη», και τις συνακόλουθες πρακτικές του κράτους και των πανεπιστημιακών αρχών απέναντι στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας που συνιστούσαν «απειλή» για το πολιτικό σύστημα, το κοινωνικό καθεστώς και την ακαδημαϊκή τάξη.

«Ο ρόλος του ακαδημαϊκού χώρου στην εμπέδωση της τιμωρητικής εθνικοφροσύνης τεκμαίρεται τόσο από τις εκφρασμένες πεποιθήσεις πρυτανικών αρχών, κοσμητόρων, συγκλητικών και άλλων καθηγητών όσο και από τις ποικίλες πρακτικές τους», εξηγεί στο makthes.gr, ο ομότιμος καθηγητής Δημήτρης Μαυροσκούφης.


Όπως εξηγεί, οι επτά καθηγητές που βρέθηκαν στο στόχαστρο των αρχών απολύθηκαν το 1946 με βάση το Θ΄ Ψήφισμα «Περί εξυγιάνσεως των Δημοσίων υπηρεσιών» της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, παρόλο που δεν ανήκαν όλοι στην Αριστερά, είχαν όμως σχέση με το ΕΑΜ, περισσότερο ή λιγότερο ενεργή. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς (Σιγάλας, Ιμβριώτης, Τενεκίδης, Καββάδας) είχαν συλληφθεί, κακοποιηθεί και φυλακιστεί από τους ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους. «Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι πέρα από τους ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους έπαιξαν ρόλο και προσωπικές δυσανεξίες ή και υστεροβουλίες», διασαφηνίζει ο καθηγητής.

Τέτοιο είδους διώξεις αποτελούσαν μια «κανονικότητα» στην Ελλάδα του Εμφυλίου, καθώς με την τότε ισχύουσα «Συμφωνία της Βάρκιζας» (12/02/1945) περιορίζονταν δραστικά οι συλλογικές και οι ατομικές ελευθερίες, εκκαθαριζόταν το Δημόσιο από «ύποπτα» στοιχεία, θεσπίζονταν τα Έκτακτα Στρατοδικεία. Πόσο μάλλον στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν το «προκεχωρημένο προπύργιο των κυβερνητικών δυνάμεων, μια πόλη απόλυτα στρατοκρατούμενη. Στο πλαίσιο αυτό, η συμμετοχή στο ΕΑΜ και τις οργανώσεις του και τα αριστερά φρονήματα συνιστούσαν οιονεί ‘έγκλημα καθοσιώσεως’», δηλώνει ο κ. Μαυροσκούφης για το κλίμα που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη τα χρόνια του εθνικού διχασμού.

76 χρόνια αργότερα

Ο αγώνας της δικαίωσης των επτά για μερικούς από αυτούς ξεκίνησε από πολύ νωρίς, στα τέλη της δεκαετίας του ’40, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η εμφανής πρόθεση από την πολιτεία για την αποκατάστασή τους, με εξαίρεση την κυβέρνηση Πλαστήρα. Ο κ. Μαυροσκούφης αναφέρει επίσης την αρνητική στάση του ΑΠΘ ως προς την ανάκληση των απολύσεων των καθηγητών μέχρι την στιγμή που τα αντανακλαστικά της Πρυτανείας λειτούργησαν, έστω και με καθυστέρηση 76 χρόνων. «Το Πανεπιστήμιο αρχικά τοποθετήθηκε ανοιχτά κατά της επαναφοράς τους, ενώ στη συνέχεια τους έδινε τη στερεότυπη απάντηση να απευθυνθούν στην πολιτεία. Η τωρινή ηθική αποκατάσταση της μνήμης και της προσφοράς των επτά από τη Σύγκλητο του ΑΠΘ οφείλεται σε πρωτοβουλία του Πρύτανη, καθηγητή Νίκου Παπαϊωάννου, ο οποίος έλαβε το έναυσμα από το βιβλίο μου», υπογραμμίζει.

Σήμερα, μια πράξη συμβολικού, ακαδημαϊκού και, με την ευρεία έννοια, πολιτικού χαρακτήρα το Πανεπιστήμιο αναγνωρίζει την ακαδημαϊκή, εθνική και κοινωνική προσφορά τους και διορθώνει την αδικία που υπέστησαν μέσα στις ανώμαλες πολιτικές συνθήκες. «Σε τελευταία ανάλυση, η απόφαση της Συγκλήτου αποκαθιστά και τη δική του φήμη και τιμά το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Μένει η αναγνώριση της προσφοράς τους και από την πόλη», καταλήγει ο ίδιος.

This page might use cookies if your analytics vendor requires them.