ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΡΘΡΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ

Γρηγόρης Σίμος: Η αβεβαιότητα και η διαχείρισή της

Έλενα Αποστολίδου19 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ψυχίατρος, καθηγητής Ψυχοπαθολογίας στο Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και επιστημονικά/κλινικά υπεύθυνος του Κέντρου Συμβουλευτικής και Στήριξης των φοιτητών του ΠΑΜΑΚ, μιλάει στη «ΜτΚ» για τη διαχείριση της αβεβαιότητας αλλά και τα «εργαλεία» που μπορούμε να υιοθετήσουμε στη συμπεριφορά μας και τα οποία θα μας βοηθήσουν στη συνύπαρξη μαζί της.

Μαθητές, φοιτητές, γονείς, εκπαιδευτικοί καθώς και όλοι μας καλούμαστε να υποδεχθούμε τη νέα εκπαιδευτική περίοδο με μεγαλύτερη αβεβαιότητα από άλλες χρονιές. Τι σημαίνει να ζούμε μ’ αυτή την αβεβαιότητα;

Καταρχάς ένας γενικός κανόνας είναι αυτός που λέει ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Υποθέτω τέτοια εποχή πέρυσι κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τι μας επιφύλασσε ο περασμένος χειμώνας. Βεβαίως, νομίζω ότι λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία από το παρόν και το παρελθόν μπορεί κανείς να τολμήσει να κάνει κάποιες προβλέψεις για το μέλλον. Θεωρώ ότι αν υπάρχει κάτι θετικό σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο είναι ότι συνηθίζουμε στην αβεβαιότητα. Πιστεύω ότι η αβεβαιότητα είναι μια πολύ σημαντική παράμετρος στη λογική του καθενός μας.

Γεγονός που επηρεάζει και τον τρόπο ζωής μας;

Βεβαίως. Από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι την ώρα που πεθαίνουμε όλοι ζούμε με την αβεβαιότητα. Κανένας δεν μπορεί να προδιαγράψει το μέλλον του, αλλά στη ζωή υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αποδέχονται αυτή την αβεβαιότητα πιο δύσκολα κι άλλοι πιο εύκολα. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους που δεν αντέχουν στην αβεβαιότητα, που έχουν με άλλα λόγια μια δυσανεξία στην αβεβαιότητα, μια παρατεταμένη περίοδος έντονης δυσφορικής αβεβαιότητας μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργικές εκδηλώσεις άγχους και κατάθλιψης. Ο καθένας μας θα ήθελε να μπορεί να ξέρει τι του επιφυλάσσει το αύριο, τι θα γίνει σε τρεις μήνες και τι σε έξι χρόνια. Εξάλλου θυμηθείτε από την αρχαιότητα ακόμα, τα μαντεία είχαν σημαντική θέση στη ζωή του ανθρώπου. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ξεκινούσαν πόλεμο αν δεν παίρνανε τις προβλέψεις του μάντη. Αυτό μας δηλώνει την πανανθρώπινη και πανάρχαια ανάγκη να προβλέψουν οι άνθρωποι τα μελλούμενα. Θεωρώ λοιπόν, ότι η αβεβαιότητα είναι αυτή που μας παρακινεί να δούμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Από την άλλη πλευρά, δυστυχώς η έλλειψη τεκμηριωμένων πληροφοριών, είναι ευκολότερο να οδηγεί πολλές φορές σε αρνητικές, παρά σε θετικές προβλέψεις. Εκτιμώ λοιπόν ότι και οι ακραία θετικές όπως και οι ακραία αρνητικές προβλέψεις είναι παρακινδυνευμένες. Είναι καλύτερα να παραμένει κανείς κοντά στο μέσο όρο, δηλαδή, εκεί που τα πράγματα μπορεί να πάνε λίγο καλύτερα ή λίγο πιο άσχημα.


"Σ’ αυτή τη ζωή υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να αλλάξουμε

και πράγματα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε.

Άρα, η μαγική λέξη, αν θέλετε, στα πράγματα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε

είναι η λέξη «αποδοχή». Αποδέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω,

δε γίνεται αλλιώς. Και ταυτόχρονα βέβαια το πιο σημαντικό από όλα

είναι να ξέρει κανείς τη διαφορά, γιατί δεν υπάρχει τίποτα τραγικότερο

από το να παλεύει κανείς με κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει

ή να αποδέχεται κάτι το οποίο αν προσπαθήσει να το αλλάξει"

θα μπορέσει να το πετύχει"


Υπάρχουν «εργαλεία συμπεριφοράς» που μπορούν να μας βοηθήσουν στη διαχείριση αυτής της αβεβαιότητας; Μπορούμε να υιοθετήσουμε κάποιους κανόνες που θα λειτουργήσουν ωφέλιμα σ’ αυτή την πρωτόγνωρη καθημερινότητα που ζούμε;

Κοιτάξτε, ο πρώτος κανόνας είναι να ακούμε τους ειδικούς. Δεύτερον, πρέπει να είμαστε έτοιμοι κάθε φορά να προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας ανάλογα με τις τρέχουσες συνθήκες. Αυτό που ήταν ασφαλές χθες μπορεί να μην είναι ασφαλές σήμερα και αυτό που δεν ήταν ασφαλές χθες μπορεί να είναι ευτυχώς ασφαλές σήμερα. Άρα, κάθε φορά οφείλουμε να προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας στο επίπεδο του ρεαλιστικού κινδύνου και στις υποδείξεις των ειδικών. Δε θέλω να πω ότι πρέπει να γίνουμε «μοιρολάτρες», αλλά έναν βαθμό ανοχής σ’ αυτά τα οποία δεν ελέγχουμε μπορούμε αν δεν τον έχουμε, να τον αναπτύξουμε. Το τελευταίο διάστημα έχω θυμηθεί πολλές φορές και άλλες τόσες το έχω πει σε ανθρώπους που είχαν την ανάγκη να το ακούσουν, μια προσευχή που είδα για πρώτη φορά το 1993, στο γραφείο ενός συναδέλφου στις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια προσευχή που κανένας δεν ξέρει ακριβώς που αποδίδεται, με αρκετούς να υποστηρίζουν πως πρόκειται για τον Κομφούκιο. Αυτή η προσευχή λοιπόν λέει: «Θεέ μου δώσε μου κουράγιο να αντέξω τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω, δύναμη να αλλάξω τα πράγματα που μπορώ και πάνω από όλα σοφία για να ξέρω τη διαφορά». Σ’ αυτή τη ζωή υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να αλλάξουμε και πράγματα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Άρα, η μαγική λέξη, αν θέλετε, στα πράγματα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε είναι η λέξη «αποδοχή». Αποδέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω, δε γίνεται αλλιώς. Και ταυτόχρονα βέβαια το πιο σημαντικό από όλα είναι να ξέρει κανείς τη διαφορά, γιατί δεν υπάρχει τίποτα τραγικότερο από το να παλεύει κανείς με κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει ή να αποδέχεται κάτι το οποίο αν προσπαθήσει να το αλλάξει θα μπορέσει να το πετύχει. Παλεύουμε λοιπόν να αλλάξουμε αυτά που μπορούμε και αποδεχόμαστε αυτά που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Ο κορονοϊός είναι μια πραγματικότητα και είμαστε υποχρεωμένοι να τη δεχτούμε και να διαχειριστούμε τα πράγματα που μπορούμε να ελέγξουμε, όπως οι συνθήκες υγιεινής μας, η χρήση μάσκας και οι αποστάσεις που πρέπει να τηρηθούν, πράγματα δηλαδή που εξαρτώνται από εμάς.

Είστε συνυπεύθυνος του Κέντρου Συμβουλευτικής και Στήριξης των φοιτητών του ΠΑΜΑΚ. Έχετε εικόνα για το πως βιώνουν όλη αυτή την κατάσταση;

Τις αλλαγές οι οποίες συνέβησαν από το Μάρτιο και μετά στη ζωή των φοιτητών μπορεί κανείς να τις δει και ως καλές, μπορεί να τις δει και ως άσχημες. Για παράδειγμα τα μαθήματα από δια ζώσης, έγιναν εξ αποστάσεως και είχαν μεγαλύτερο βαθμό παρακολούθησης. Από την άλλη πλευρά, οι φοιτητές χρειάστηκε να επιστρέψουν στα πατρικά τους με ό,τι σημαίνει αυτό. Μια γενίκευση είναι ο εγκλεισμός, που σε κάποιους στοίχισε περισσότερο. Τα μαθήματα και η χρονιά δεν χάθηκε και αυτό είναι σημαντικό. Το βλέμμα τώρα είναι στραμμένο σε αυτά που θα φέρει η νέα ακαδημαϊκή χρονιά.

Τι απαιτεί σε επίπεδο προσωπικότητας αυτή η προσαρμοστικότητα στην οποία αναφέρεστε;

Κοιτάξτε, δε νομίζω ότι υπάρχει εύκολη απάντηση. Μπορώ να απαντήσω γενικά ότι δηλαδή, αν κάποιος ως άνθρωπος είναι λίγο πιο διαπραγματεύσιμος, αν είναι λίγο πιο συγκαταβατικός, αν είναι λίγο πιο ελαστικός, να το πούμε με αυτή την έννοια, ενδεχομένως έχει μια πολύ καλύτερη προσαρμοστικότητα από έναν άνθρωπο ο οποίος είναι ασυμβίβαστος, από έναν άνθρωπο ο οποίος έχει μια άποψη και δεν την αλλάζει με τίποτα, από έναν άνθρωπο που πιστεύει σε κάτι ακράδαντα και δεν δέχεται να το διαπραγματευτεί. Αυτός ο δεύτερος άνθρωπος θα δυσκολευτεί ακόμα περισσότερο. Υπάρχει τώρα αν θέλετε μια παράμετρος, που για τις ανάγκες της ερώτησής σας θα την απλοποιήσω, και αυτή είναι η παράμετρος που λέγεται «locus of control» (το κέντρο του ελέγχου), που σημαίνει κάποιος θεωρεί πως αυτό που καθορίζει την εξέλιξη των πραγμάτων είναι είτε μέσα μας είτε έξω από εμάς. Προφανώς, αν πιστεύω ότι τα πράγματα καθορίζονται από ένα εξωτερικό «locus of control-κέντρο ελέγχου», τότε θεωρώ αυτονόητο ότι εγώ δεν μπορώ να τα ελέγξω κι αυτό σημαίνει ότι καταβάλλομαι εύκολα και παραδίδομαι εύκολα. Αν πάλι πιστεύω ότι τα πράγματα έχουν ένα περισσότερο εσωτερικό «κέντρο ελέγχου», αυτό σημαίνει ότι θεωρώ πως τα πράγματα μπορώ να τα παλέψω, μπορώ να τα επηρεάσω, μπορώ να τα διαμορφώσω. Άρα, κρατάω μια πιο αισιόδοξη και πιο μάχιμη αν θέλετε διάσταση απέναντι στα πράγματα.

* Δημοσιεύθηκε στο ένθετο για την Παιδεία στη "ΜτΚ" στις 12/13 Σεπτεμβρίου 2020

This page might use cookies if your analytics vendor requires them.