Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα για Ισραηλινούς και Παλαιστινίους, οι ηγέτες των οποίων θα πρέπει πλέον να καταπιαστούν με τα σημαντικά και ακανθώδη ζητήματα: το καθεστώς της Ιερουσαλήμ, τα μελλοντικά σύνορα των δύο κρατών, την ασφάλεια αυτών, τη διακοπή του εβραϊκού εποικισμού, τους παλαιστίνιους πρόσφυγες.
Του Μπάμπη Μπικα
Πάνω από 30 χρόνια και 10 αποτυχημένες ειρηνευτικές διασκέψεις (1967, 1978, 1991, 1993, 2000, 2001, 2002, 2003, 2007) έχουν περάσει από τον πόλεμο των έξι ημερών των Ισραηλινών κατά των Αράβων (1967). Οι ατέρμονες προσπάθειες για μια ειρηνική συμφωνία στο Μεσανατολικό, με επίκεντρο τη λύση του Παλαιστινιακού, συνθέτουν ένα ιστορικό που κάθε άλλο παρά κάνει τους διεθνείς αναλυτές να εκφράζονται αισιόδοξα για την τύχη και αυτής της αμερικανικής πρωτοβουλίας, η οποία ξεκίνησε την Τετάρτη στην Ουάσιγκτον υπό την αιγίδα του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και την επομένη υπό τον συντονισμό της υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς μπορεί να συναντήθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο και να πραγματοποίησαν την πρώτη τους κατ’ ιδίαν συνάντηση στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αλλά οι φωτογραφίες και οι δηλώσεις καλών προθέσεων των ηγετών δεν αρκούν για να προδικάσουν το μέλλον αυτών των επαφών, πολύ περισσότερο να φθάσουν σε μια συμφωνία μέσα σε έναν χρόνο, όπως επιδιώκουν οι Αμερικανοί. Ο αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα μπορεί να επιδιώκει μια ειρηνευτική συμφωνία (για να δικαιολογήσει και το Νόμπελ Ειρήνης που έλαβε προκαταβολικά, αλλά κυρίως για να επικεντρώσει τις προσπάθειες των ΗΠΑ στα άλλα μεγάλα ζητήματα της Μέσης Ανατολής), όμως οι καθοριστικοί παράγοντες είναι το ποια γραμμή πλεύσης θα επιλέξει η Ουάσιγκτον, με δεδομένο ότι τα σημαντικά προβλήματα που ταλανίζουν και διαιρούν την περιοχή θέλουν συγκεκριμένες απαντήσεις, και σε ποιους συμβιβασμούς θα μπορέσουν να προχωρήσουν οι ηγέτες των δύο πλευρών, οι οποίοι μπορεί να το δηλώνουν αλλά είναι άγνωστο αν αυτές γίνουν αποδεκτές από όλους. Δηλαδή αν μπορέσουν τελικά να επιβάλουν μια ειρηνευτική συμφωνία - ο Νετανιάχου στους ακροδεξιούς και υπερορθόδοξους Εβραίους, ο Αμπάς στη Χαμάς και τους εξτρεμιστές Παλαιστίνιους.
Η ισλαμιστική οργάνωση Χαμάς, που (μαζί με άλλες 12 ένοπλες παλαιστινιακές οργανώσεις) ελέγχει τη Λωρίδα της Γάζας, άρχισε ήδη τις επιθέσεις κατά Ισραηλινών, με σκοπό να σαμποτάρει κάθε προσπάθεια του προέδρου Αμπάς και της οργάνωσής του Φατάχ (που ελέγχει τη Δυτική Όχθη) να συμφωνήσει με τους Ισραηλινούς. Στην άλλη πλευρά, ένα μεγάλο ερώτημα που τίθεται από αναλυτές είναι ο βαθμός προσήλωσης του Νετανιάχου σε όσα... διακηρύττει. Όπως χαρακτηριστικά ρωτά ο αναλυτής του BBC Τζέρεμι Μπόουεν: Είναι σοβαρός ο ισραηλινός πρωθυπουργός και τι ακριβώς επιδιώκει;
Το ρίσκο του Ομπάμα
Όσο για τον Ομπάμα, δεν είναι λίγοι αυτοί που εκτιμούν ότι με την πρωτοβουλία του αυτή έχει αναλάβει μεγάλο ρίσκο, διακινδυνεύοντας όχι μόνο να χρεωθεί μια ενδεχόμενη αποτυχία (για πολλούς το πιθανότερο), αλλά -το κυριότερο- να δει αυτή την αποτυχία να συμπαρασύρει και να δυναμιτίζει όλη την κατάσταση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό, καθοριστικό θα είναι αν ο Μπαράκ Ομπάμα έχει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, όπως σημειώνει ο Κιμ Γκάτας σε ανάλυση του BBC. Για τον Ντάνιελ Λεβί (πρώην ισραηλινό διαπραγματευτή και σήμερα στέλεχος του φιλελεύθερου Νέου Αμερικανικού Ιδρύματος), ο πρόεδρος των ΗΠΑ έλαβε την πρωτοβουλία που έπρεπε και τώρα απομένει στις δύο πλευρές να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για αποτελέσματα. Ενώ για τον Άντονι Κόρντεσμαν του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών στην Ουάσιγκτον, δεν υπάρχει ένα μαγικό γρήγορο εργαλείο, αλλά η προεδρική οπτική μπορεί να δημιουργήσει το μομέντουμ που χρειάζεται.
Οι τοποθετήσεις αυτές δείχνουν ένα “θολό” τοπίο εκτιμήσεων γύρω από τις πρώτες άμεσες συνομιλίες εδώ και 20 μήνες, καθώς και για την πορεία τους. Πάντως, ο Νετανιάχου και ο Αμπάς στο πρώτο που συμφώνησαν ήταν μια νέα συνάντησή τους σε δύο εβδομάδες. Αυτό από μόνο του λέει κάτι, αλλά σίγουρα δεν καθορίζει την έκβαση.
Κατά το ινστιτούτο μελετών Stratofor, oι συνομιλίες αυτές θεωρούνται κομβικής σημασίας για το προφίλ της Ουάσιγκτον στον μουσουλμανικό κόσμο και ιδιαίτερα απέναντι στις πιέσεις που δέχονται χώρες που είναι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ (Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ιορδανία, Αίγυπτος) από την κοινή γνώμη στο εσωτερικό τους. Δικαιολογητική βάση για εσωτερική χρήση προκειμένου να ανακοπεί ένα ριζοσπαστικό ξέσπασμα. Οι συνομιλίες δεν λύνουν το πολιτικό πρόβλημα στην περιοχή, αλλά αναδιαμορφώνουν κάποιες αντιλήψεις με πολύ μικρό κόστος και προσφέρουν το πλεονέκτημα της καλής πρόθεσης από πλευράς ΗΠΑ σε μελλοντικές διπλωματικές επιλογές. Επιπλέον, μέσα στις ΗΠΑ επικρατεί μία αντίληψη που λέει ότι θα πρέπει να κλείνουν κάποια μέτωπα στην περιοχή για να μπορέσουν οι Αμερικανοί να επικεντρώσουν στην πολεμική τους κατά του Ιράν και τη γενικότερη “εκκαθάριση” της μεσανατολικής περιοχής από τους ενοχλητικούς προς την Ουάσιγκτον.
Στοιχεία μιας συμφωνίας
Το πρώτο κρίσιμο τεστ είναι τι θα κάνει ο Νετανιάχου με τους εποικισμούς, οι οποίοι έχουν παγώσει προσωρινά μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου, οπότε και θα πρέπει να αποφασίσει αν θα επεκτείνει αυτό το μορατόριουμ. Πάντως ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ έδωσε κάποια στοιχεία μιας μελλοντικής συμφωνίας: σε οποιαδήποτε διευθέτηση θα εξεταστεί η μετεγκατάσταση των Εβραίων στους απομονωμένους θύλακες της Δυτικής Όχθης στο Ισραήλ, το οποίο θα διατηρήσει τα μεγαλύτερα συγκροτήματα των εβραϊκών οικισμών. Μια συμφωνία θα εγγυάται επίσης την ασφάλεια του Ισραήλ, στην οποία θα περιλαμβάνεται η στρατιωτική παρουσία κατά μήκος της Κοιλάδας του Ιορδάνη, το ανατολικό σύνορο της Δυτικής Όχθης, ώστε να διασφαλιστεί με ισραηλινές δυνάμεις ο έλεγχος των συνόρων με την Ιορδανία. Θα περιλαμβάνονται επίσης και “ρυθμίσεις τεχνικού χαρακτήρα”. Από την πλευρά των Παλαιστινίων, κρίσιμοι παράγοντες είναι η επιστροφή των παλαιστινίων προσφύγων, ο ορισμός των συνόρων του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους, η Ανατολική Ιερουσαλήμ.
Οι διαπραγματευτές
Γιτζάκ Μόλχο
Ο Γιτζάκ Μόλχο επιλέχθηκε από τον Νετανιάχου ως επικεφαλής της ομάδας των ισραηλινών διαπραγματευτών στις απευθείας συνομιλίες με τους Παλαιστίνιους. Είναι δικηγόρος, ειδικός σε πολύ ευαίσθητες αποστολές. “Είναι ένας διαπραγματευτής με εμπειρία στις διαβουλεύσεις με τους Παλαιστίνους. Ουδέποτε άκουσα παράπονα από την πλευρά τους”, αναφέρει ο ερευνητής Γιόσο Αλφέρ, πρώην σύμβουλος του ισραηλινού υπουργού Άμυνας Εχούντ Μπαράκ όταν αυτός ήταν πρωθυπουργός το 2000.
Ο πρώην ειδικός απεσταλμένος στη Μέση Ανατολή (1988-2000) Ντένις Ρος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι ο Μόλχο “είναι το μόνο πρόσωπο στο οποίο ο πρωθυπουργός έχει πλήρη εμπιστοσύνη... Είναι προφανώς ο μόνος που μπορεί να πει στον ‘Μπίμπι’ πράγματα που δεν επιθυμεί να ακούσει”, τόνισε.
Σαέμπ Ερεκάτ
ο Σαέμπ Ερεκάτ είναι ένας μαχητικός δικηγόρος του παλαιστινιακού ζητήματος και βετεράνος στην ειρηνευτική διαδικασία με το Ισραήλ σε όλες σχεδόν τις διαπραγματεύσεις τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Ο 55χρονος πανεπιστημιακός μετείχε σε όλες τις διαπραγματευτικές ομάδες με το Ισραήλ από το 1991, εκτός εκείνης που διαπραγματεύτηκε στις συμφωνίες του Όσλο το 1993. Θεωρείται ένας ισχυρός συνομιλητής για τους ξένους απεσταλμένους. Είναι βουλευτής από το 1996 και υπήρξε στενός συνεργάτης του ιστορικού ηγέτη του παλαιστινιακού κινήματος Γιάσερ Αραφάτ. Από το 2003 ο Αμπάς τον έχει ορίσει επικεφαλής των παλαιστίνιων διαπραγματευτών.
Τα αγκάθια που θα κρίνουν τις μάχες για μια συμφωνία
ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
Οι Ισραηλινοί θεωρούν την πόλη ως την αδιαίρετη πρωτεύουσα του κράτους τους, το πολιτικό και θρησκευτικό τους κέντρο. Γι’ αυτό μόνο κάποιες προσθαφαιρέσεις περιφερειακών συνοικιών θα έβλεπαν. Οι Παλαιστίνιοι θέλουν την Ανατολική Ιερουσαλήμ (την οποία πριν καταλάβουν οι Ισραηλινοί το 1967 έλεγχαν οι Ιορδανοί) ως πρωτεύουσα του δικού τους κράτους. Οι Αμερικανοί δεν αναγνωρίζουν την προσάρτηση της Ανατολικής Ιερουσαλήμ από τους Ισραηλινούς, γι’ αυτό διατηρούν την πρεσβεία τους στο Τελ Αβίβ.
Στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ υπάρχει το Όρος των Ελαιών, το συγκρότημα του Δαυίδ και το τέμενος Αλ Ακσά, που αποτελεί τον τρίτο ιερό χώρο του Ισλάμ και το οποίο συνορεύει με το Δυτικό Τείχος (Τείχος των Δακρύων όπως ονομάζεται από τους εβραίους), ιερό τόπο του ιουδαϊσμού. Τις τελευταίες μέρες το Ισραήλ, διά στόματος του υπουργού Άμυνας Εχούντ Μπαράκ, δείχνει έτοιμο να παραχωρήσει κάποια μέρη της Ιερουσαλήμ στους Παλαιστινίους, στο πλαίσιο μιας τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας. Όπως είπε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα “Χααρέτζ”: μια διαίρεση της Ιερουσαλήμ θα περιλαμβάνει ένα “ειδικό καθεστώς” για τη διαχείριση των πιο ιερών τόπων της πόλης: “Η δυτική Ιερουσαλήμ και 12 εβραϊκές γειτονιές όπου διαμένουν 200.000 άνθρωποι θα είναι δικά μας..., ενώ οι αραβικές γειτονιές στις οποίες ζουν σχεδόν 250.000 Παλαιστίνιοι θα είναι δικές τους”.
ΣΥΝΟΡΑ
Οι Ισραηλινοί αποδέχονται την ύπαρξη ενός παλαιστινιακού κράτους, με απόσυρσή τους από κάποιες περιοχές της Δυτικής Όχθης. Θα επιδιώξουν στην ισραηλινή επικράτεια να περιληφθεί όλη η Ιερουσαλήμ και οι κύριοι ισραηλινοί εποικισμοί. Οι Παλαιστίνιοι αρχίζουν από τη βασική θέση ότι όλες οι καταληφθείσες περιοχές από τους Ισραηλινούς το 1967 ανήκουν στο παλαιστινιακό κράτος. Οι Αμερικανοί υποστηρίζουν ότι οι γραμμές του 1967 θα πρέπει να είναι το εναρκτήριο σημείο αλλά όχι το καταληκτικό, προωθώντας τη λογική της ανταλλαγής εδαφών.
ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΙ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΙ
Οι Ισραηλινοί υποστηρίζουν πως θα πρέπει να διατηρήσουν τους κύριους εποικισμούς στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη. Αντίθετα, οι Παλαιστίνιοι θέλουν να δουν την αποχώρηση όλων των εβραίων εποίκων, όπως έγινε στη Λωρίδα της Γάζας. Θα δέχονταν όμως την παραμονή κάποιων εποίκων με ταυτόχρονη ανταλλαγή εδαφών. Πάντως, έχουν απειλήσει με διακοπή των διαπραγματεύσεων αν οι Ισραηλινοί επαναλάβουν τους εποικισμούς τους και μετά το μορατόριουμ που λήγει στις 26 Σεπτεμβρίου. Οι Αμερικανοί δεν δέχονται την προσάρτηση της Ανατολικής Ιερουσαλήμ ούτε αναγνωρίζουν τη διεθνή νομιμότητα των ισραηλινών εποικισμών στη Δυτική Όχθη. Όμως αποδέχονται την πραγματικότητά τους και θα επιδιώξουν μια συμβιβαστική διευθέτηση.
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Οι Ισραηλινοί αρνούνται να αναγνωρίσουν στους Παλαιστίνιους το δικαίωμα επιστροφής στις εστίες τους, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα αλλοίωνε τον εβραϊκό χαρακτήρα του ισραηλινού κράτους, γι’ αυτό και επιδιώκει με μια συμφωνία να αναγνωριστεί το Ισραήλ ως εβραϊκό κράτος. Αντίθετα οι Παλαιστίνιοι υποστηρίζουν μεν την πλήρη εφαρμογή αυτού του δικαιώματος, αλλά θα μπορούσαν να δουν αυτό να τηρείται μερικώς στη βάση της ανταλλαγής και των αποζημιώσεων. Οι Αμερικανοί πάλι βλέπουν τη λύση αυτού του γόρδιου δεσμού στη βάση των οικονομικών κινήτρων.
ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Οι Ισραηλινοί φοβούνται ότι ένα παλαιστινιακό κράτος στα χέρια της ισλαμικής Χαμάς κινδυνεύει να μετατραπεί σε εφαλτήριο επιθέσεων κατά του Ισραήλ. Γι’ αυτό επιδιώκει ένα αποστρατιωτικοποιημένο παλαιστινιακό κράτος με παράλληλη διατήρηση μεγάλου αριθμού δικών του στρατιωτικών δυνάμεων στην Κοιλάδα του Ιορδάνη. Οι Παλαιστίνιοι υποστηρίζουν ότι η λύση των δύο κρατών θα αποτελέσει την προϋπόθεση για την ασφάλεια και τη σταθερότητα, ενώ η λειτουργία ενός φυσιολογικού κράτους θα εγγυηθεί τη διάρκειά τους. Οι Αμερικανοί αποδέχονται τη θέση των Ισραηλινών για ασφάλεια όσο και αυτή των Παλαιστινίων για ένα κράτος, κάτι στο οποίο εστιάζουν τις διπλωματικές τους προσπάθειες.
Μπ. Μπίκας


Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια.