Η μεγάλη οδός του Πέραν
Δύσκολο να σου περιγράψω τι έπαθα μόλις αντίκρισα τον ξακουστό αυτό δρόμο, καρδιά του Πέραν
Του Αλέξανδρου Μασσαβέτα
Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε σένα, πάντως κάθε φορά που στο νου μου έρχεται μια πόλη, κάθε φορά που διαβάζω ή ακούω τ’ όνομά της, περνούν μπροστά μου εικόνες. Εικόνες από μέρη που το μυαλό μου έχει ταυτίσει μ’ αυτήν. Και βρίσκομαι ξαφνικά εκεί, για κάποια δευτερόλεπτα. Μη νομίσεις πως είναι μέρη γνωστά. Είναι απλώς σημαντικά για μένα, καθώς συναπαρτίζουν τον δικό μου κόσμο εμπειριών και ονειροπολήσεων.
Πες “Βαρκελόνη” και αμέσως χάνομαι στα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης και της Barceloneta, μέσα σε μυρωδιές φαγητών και αρμύρας ή κάτω από τις γιρλάντες των γιορτών του Σεπτέμβρη. Πες “Λονδίνο” και με περπατάς στη Brick Lane, με το μπαγκλαντεσιανό χρώμα και τα αμέτρητα εστιατόρια που σερβίρουν κάρι. Αν πάλι πεις “Λισαβόνα”, θα με στείλεις να αγναντεύω θέες του Τάγου στο βάθος πέρα από τις κεραμοσκεπές, να περπατώ κάτω από παράθυρα που οι κουρτίνες τους ανεμίζουν στο απογευματινό αεράκι. “Κέιπ Τάουν” ίσον κρασί αρωματικό και πανοράματα από παραλίες, ιδίως εκείνη η εικόνα με τις ράγες του τρένου να απλώνονται δίπλα στην άμμο. Αν όμως πεις Κωνσταντινούπολη;
Το άκουσμα της πόλης που διάλεξα για σπίτι μου, και την οποία ξέρω πια σχεδόν σπιθαμή προς σπιθαμή, δύο εικόνες φέρνει αμέσως στο μυαλό μου. Η πρώτη ανοίγεται μπροστά μου λίγα λεπτά μετά από κάθε προσγείωσή μου στο αεροδρόμιο Ατατούρκ: τα δεκάδες, εκατοντάδες ενίοτε πλοία κάθε λογής και μεγέθους στοιβαγμένα κατά μήκος της παραλίας του Μαρμαρά. Περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους να μπουν στο Βόσπορο, έναν από τους πιο πολυσύχναστους υδάτινους διαδρόμους του πλανήτη, το στόμιο του οποίου βρίσκεται λίγο παραπάνω.
Είναι μια εικόνα που με γεμίζει χαρά, γιατί στο μυαλό μου ταυτίζεται πάντα με την άφιξή μου στην Πόλη από το εξωτερικό. Η χαρμόσυνη παράτα των πλοίων με καλωσορίζει σπίτι, και, όπως έγραψε η Μιμίκα Κρανάκη, ένα σιντριβάνι ξεσπά μέσα μου. Βλέπω πως διασχίζω την παραλιακή του Μαρμαρά, που διαπερνά τα βυζαντινά τείχη και μου σερβίρει τα πανοράματα μιας απαράμιλλης τοπογραφίας για καλωσόρισμα, προς το Πέραν και το σπίτι μου.
Η δεύτερη εικόνα είναι εκείνη που με τάραξε και με έκανε να μετοικήσω εδώ, και για μένα συμβολίζει όχι μόνο την Πόλη αλλά και τη ζωή μου. Είναι η εικόνα της Μεγάλης Οδού του Πέραν, του σημερινού πεζοδρόμου Ιστικλάλ. Δύσκολο να σου περιγράψω τι έπαθα μόλις αντίκρισα τον ξακουστό αυτό δρόμο, καρδιά του Πέραν. Τον πρωτογνώρισα το βράδυ μιας Παρασκευής, της πρώτης μέρας που πάτησα το πόδι μου στην Πόλη. Βρέθηκα στο οδόστρωμά του λίγες ώρες αφού το κρουαζιερόπλοιο στο οποίο δούλευα, κάνοντας οικονομίες για να περάσω ένα χρόνο ταξιδεύοντας, αγκυροβόλησε στο Γαλατά.
Εκείνο το απόγευμα έχει αποτυπωθεί στη μνήμη μου ανεξίτηλα. Διέσχισα, θυμάμαι, το Καράκιοϊ και πέρασα από τον στενό ανήφορο των οίκων ανοχής. Οι θαμώνες τους με κοιτούσαν έκπληκτοι - ξένοι δε συνηθίζουν να περνούν από κει. Ανέβηκα μέχρι τον Πύργο του Γαλατά, χάθηκα μέσα σε κάτι στενά, και, δεν θυμάμαι ακριβώς πώς, βγήκα στο τετράστρατο του Γαλατά Σαράι, λίγα μέτρα πιο πάνω από το σπίτι στο οποίο σήμερα ζω.
Τι ήταν πάλι τούτο; Έμοιαζε με γιορτή. Ποτάμια κόσμου πηγαινοέρχονταν ανέμελα. Νεαρά αγόρια και κορίτσια ήταν ντυμένα σύμφωνα με τη μόδα που συναντά κανείς στη Βαρκελόνη και στο Τελ Αβίβ. Ζευγάρια κομψών ηλικιωμένων περπατούσαν χέρι χέρι, δίπλα σε πανύψηλες τραβεστί με πρόσωπα μακιγιαρισμένα σαν μάσκες και κάτι θείτσες με μαντίλες και λουλουδιστές φούστες. Ήταν περίπου δέκα η ώρα το βράδυ, αλλά πολλά βιβλιοπωλεία ήταν ακόμα ανοιχτά. Μελαγχολικά κομμάτια κλασικής μουσικής ξεχύνονταν από τα καταστήματα, συμπληρώνοντας μια ατμόσφαιρα που αψηφούσε όλες τις κατηγοριοποιήσεις στο μυαλό μου. Εδώ δεν ήταν Ευρώπη, δεν ήταν Λατινική Αμερική, αλλά σίγουρα δεν ήταν και Μέση Ανατολή.
Αυτό που με μάγεψε και εξακολουθεί να με μαγεύει είναι η αρχιτεκτονική. Η Grande Rue παραμένει μεγαλόπρεπη, μια ταινία από περίτεχνα κεντημένες προσόψεις που αντιπροσωπεύουν όλους τους ρυθμούς που μεσουράνησαν στην Ευρώπη της Μπελ Επόκ. Στους λόφους πάνω από το σημείο που ο Βόσπορος συναντά τον Κεράτιο και τον Μαρμαρά έχουν φυτέψει μια νησίδα νεοκλασικισμού, εκλεκτικισμού και αρ νουβό. Παρά τη φυγή εκείνων που το έχτισαν και το κατοικούσαν, το Πέραν διατηρεί ένα χαρακτήρα που το ξεχωρίζει από την υπόλοιπη Κωνσταντινούπολη. Τα περισσότερα κτίριά του καταρρέουν, αλλά παραδόξως η εγκατάλειψή τους τα κάνει να μοιάζουν ακόμα πιο μυστηριακά, ακόμα πιο μαγευτικά.
Το Πέραν καταρρίπτει την εικόνα για την Κωνσταντινούπολη που έχουν δημιουργήσει χιλιάδες αφίσες τουριστικών γραφείων - τζαμιά, χαμάμ και ανατολίτικα παζάρια. Πάνω από τις πυκνοκτισμένες γειτονιές του δεν ορθώνονται μιναρέδες αλλά καμπαναριά και τρούλοι εκκλησιών. Στο Πέρα, αρχιτεκτονικά, προέχει αυτό που είναι “οικείο” στο μάτι του δυτικού επισκέπτη, όχι το εξωτικό. Κοιτώντας τις θείτσες με τις μαντίλες και τους χωριάτες με τα μουστάκια που μοιάζουν (και είναι) εκτός τόπου στο Πέρα, θυμάται κανείς τους περιηγητές του 19ου αιώνα. Πολλοί σχολίασαν ότι “αν δεν ήταν για τα κόκκινα φέσια, θα ξεχνούσε κανείς ότι το Πέραν βρίσκεται στην Ανατολή”.
“Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία” λέει το άσμα. Αλλά, προκειμένου για τη Μεγάλη Οδό του Πέρα, σωστότερο θα ήταν να σου ’λεγα πως αυτή είναι η σύγχρονη ιστορία των χριστιανών της Πόλης. Η αρχιτεκτονική το φωνάζει τόσο δυνατά, ώστε να μη δέχεται αμφισβήτηση: το Πέραν ήταν το προπύργιο των μη μουσουλμάνων. Καταφύγιο των μειονοτήτων μέχρι τη δεκαετία του 1970, έχει καταγραφεί στην αστική μνήμη της Κωνσταντινούπολης ως η πιο ανεπτυγμένη γειτονιά της, η μόνη που προσέφερε τις ανέσεις τις συνώνυμες με τον αστικό τρόπο ζωής - δημοτικούς κήπους, θέατρα, πολυτελή ξενοδοχεία, πολυκαταστήματα, κινηματογράφους, εμπορικές στοές, καφέ, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια όλων των ειδών. Αλλά και ως η πιο “αμαρτωλή”.
“Τόσα χρόνια εγώ τι έκανα, πού βρισκόμουν, πού έχανα τον καιρό μου” σκέφτηκα ατενίζοντας τον πανζουρλισμό της Μεγάλης Οδού.
Σήμερα είμαι πια “παιδί του Πέραν”. Εκεί μένω τα τελευταία έξι χρόνια, σχεδόν αδιάκοπα. Θέλω να σου γνωρίσω όλες του τις γειτονιές, τόσο διαφορετική η μία από την άλλη, την ιστορία, τα μυστικά και τους σημερινούς κατοίκους τους. Και τις δικές μου ιστορίες από αυτές. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν το περπάτημα κατά μήκος και γύρω από τη μεγάλη λεωφόρο, την Grande Rue de Pera…

