Έβλεπα την καινούργια ταινία του Ρομάν Πολάνσκι “Αόρατος συγγραφέας”. Είναι η ιστορία κάποιου ασήμαντου συγγραφέα που αναλαμβάνει να γράψει τη βιογραφία ενός εγγλέζου πρωθυπουργού, οπότε μπαίνει για ένα διάστημα και ζει στον επικίνδυνο κύκλο του.
Μια μέρα ο πρωθυπουργός τού εξομολογείται ότι, όντας σ’ αυτό το αξίωμα, χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα, όλα τα κάνουν άλλοι για σένα, δεν ψωνίζεις, παύεις να έρχεσαι σε επαφή με την όντως ζωή, και δεν έχεις πάνω σου καν χρήματα. Αν τα χρειαστείς, δανείζεσαι απ’ τους σωματοφύλακές σου.
Αυτή είναι όντως μια υπάρχουσα και γενική αλήθεια, κι όχι μόνο για τους πρωθυπουργούς αλλά για πολλούς που καβαλάνε κάποιο αξίωμα: πέρα από την πέριξ δομή με τις γραμματείς, τους βοηθούς κτλ., συνήθως αναπτύσσεται συντομότατα μια αυλή υποτακτικών, κολάκων, ενίοτε και γελωτοποιών - ενώ το συχνότερο φαινόμενο είναι η επιλογή του Σάντσο. Δηλαδή του κολλητού, του αδύναμου alter ego του εξουσιαστή, που συνήθως είναι απολύτως υπάκουος, ενεργούμενο, φυσικά κολακευτικός και υμνητικός του μεγαλείου του αφεντικού του - άλλοτε αστείος, διασκεδαστικός και συχνά μοχθηρός κι επιδέξιος, σε βαθμό που, συχνά κι ανεπαισθήτως, γίνεται χαλίφης στη θέση του χαλίφη.
Αν μελετήσει κανείς την ιστορία του Βυζαντίου και όχι μόνον, θα δει να αναδύονται πολλές τέτοιες περιπτώσεις - στο Βυζάντιο έχουμε και το φαινόμενο του παραδυναστεύοντος ευνούχου, που ενίοτε είναι αυτός ο όντως κυβερνήτης, ή ανθρώπων “αντ’ αυτού”, που έχουν κάποια μειονεξία και που αυτή αποδεικνύεται, ύπουλα, η δύναμή τους. Πάντως, συχνά οι παρακοιμώμενοι και οι παραδυναστεύοντες έχουν και περίεργο σωματότυπο ή παράξενη παρουσία γενικώς - δεν τους πιάνει το μάτι σου, για να μην απειλούν την εικόνα του μεγαλοπρεπούς αφεντικού, αλλά ξέρουν να εργάζονται υπερβολικά, υπογείως, και είναι αριστοτέχνες στο να στρεβλώνουν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, πριν τη διαθλάσουν προς τα άνω. Πολύτιμα άτομα... Απαραίτητα σε ένα “εγώ” που αρέσκεται στους δούλους και θέλει συνέχεια κάποιον εξ επαγγέλματος να το επαινεί.
Ίσως μια τέτοια περίπτωση να θυμίζει και ο Γιάννης Αγγέλου - πάντως ο ταπεινός σωματότυπός του, τα γυαλιά, τα μάτια, τα νεανικά μαλλιά σε γέρικο πρόσωπο, το κάπως κακομοίρικο ύφος, η συνολική συστολή, προσεγγίζουν στο πρότυπο ενός ενεργητικού, εργασιομανούς δεύτερου, που βιώνει την ηδονή να κυβερνά εν τοις πράγμασιν, αλλ’ υπογείως, στη θέση ενός κατ’ επίφασιν ηγέτη που βαριέται. Που βαριέται όχι να διαβάσει τις επιστολές για το Βατοπέδι, αλλά να ασχοληθεί και με πολύ σοβαρότερα ζητήματα, τα οποία μετακυλίει σε άλλους οι οποίοι προσέχουν κυρίως ένα πράγμα: να μη δυσαρεστούν τον πρόεδρο με επικρίσεις, να μη τον στενοχωρούν θυμίζοντάς του τις υποχρεώσεις και τα λάθη του, να τον προστατεύουν από εργασίες που μπορούν να διευθετήσουν μόνοι τους, κάτι καθόλου ασύμφορο για τους ίδιους.
Παρατηρώντας το στιλ αυτό στην τηλεόραση, αναρωτιέμαι πώς ανακυκλώνεται μέσα στους αιώνες το πρότυπο του Σάντσο, πώς αναδημιουργείται αενάως μαζί με την πολιτική εξουσία στις ποικιλίες της. Είναι γιατί πάντα, ή συνήθως, μόλις το μεγάλο “εγώ” καθίσει στον θώκο της ισχύος, αμέσως ξεδιαλέγεται μέσα από την τροφική αλυσίδα και ο υποτακτικός. Είναι σχεδόν νόμος της φύσης. Και μετά, μόλις φύγουν τα κουκιά, φεύγουνε κι οι ψύλλοι - αν και είναι αυτοί που την πληρώνουν, στο τέλος.


Σχόλια
Δεν υπάρχουν σχόλια.