Του Θωμά Τζήρου
Κάποτε το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου σηματοδοτούσε το δέσιμο με το χωριό ενώ σήμερα οι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων είναι σχεδόν ανύπαρκτοι
Δεκαπενταύγουστος αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο γεγονός της χρονιάς. Τα πανηγύρια είναι τόσα πολλά και συνήθως, τα παλιότερα, τριήμερα. Σε αυτές τις γιορτές χαράς το χωριό υποδεχόταν τους ανθρώπους του που επέστρεφαν ύστερα από πολύμηνη παραμονή στα βοσκοτόπια. Ήταν όμως ταυτόχρονα μια ευκαιρία οι νέες ανύπαντρες κοπέλες να δείξουνε τα κάλλη τους στους ανύπαντρους νέους του χωριού, που με τη σειρά τους προσπαθούσαν μέσα από το χορό να επιδείξουν τη λεβεντιά τους.
Τότε...
Την εποχή των μεταναστεύσεων, εσωτερικών και εξωτερικών, των κατοίκων αυτών των χωριών το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου ήταν ένα σημείο αναφοράς που σηματοδοτούσε το δέσιμο με το χωριό και τους ανθρώπους που αφήνανε πίσω τους. Η επιστροφή, έστω και για λίγες μέρες, στο χωριό την εποχή του πανηγυριού έδινε τη δυνατότητα να βρεθούνε με τους γονείς, με τους συγγενείς.
...και τώρα
Σήμερα η εικόνα αυτή έχει αλλάξει. Ένα σύντομο ταξίδι μου στις περιοχές καταγωγής των γονιών μου, καθώς και η μικρή περιοδεία σε τέσσερα πανηγύρια που γινόντουσαν τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου ήταν αρκετά, για να καταστρέψουν τις παιδικές μου αναμνήσεις. Οι τζαμαρίες των μαγαζιών του Τσοτυλίου Κοζάνης ήταν γεμάτες με "καλεσοχάρτια" που διαφημίζανε το κάθε πανηγύρι, αλλά κυρίως τους μουσικούς που θα παίζανε σε αυτά. Δυο-τρεις οικογένειες μουσικών εναλλασσόντουσαν στα αυτοσχέδια διαφημιστικά χαρτιά. Απίθανες προσκλήσεις για γιορτές της φακής(!), του μπάτζιου και άλλα παρόμοια ευρηματικά και απίθανα. Ακόμη και για river party, προκειμένου να είναι μέσα στη μόδα της εποχής. Στην περίπτωση του πανηγυριού της φακής, σε χωριό με την πλειοψηφία των κατοίκων ποντιακής καταγωγής, η λύρα, ο κεμεντζές, ακουγόταν από cd που χειριζόταν ερασιτέχνης dj.
Χωρίς αυθορμητισμό
Τα πανηγύρια πια δεν οργανώνονται αυθόρμητα. Αποτελούν περισσότερο έναν τρόπο προβολής των νεοεμφανισθέντων πολιτιστικών συλλόγων, καθώς και των δημάρχων των καποδιστριακών δήμων που γυρνάνε από το ένα δημοτικό διαμέρισμα στο άλλο, προκειμένου να προβάλλουν τους εαυτούς τους. Οργανώσεις και αρχές που, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές που προσφέρουν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, νομίζουν πως θα φέρουν τον κόσμο πίσω, έστω για λίγο, προκειμένου να τονώσουν την οικονομία του τόπου, έστω και προσωρινά. Άνθρωποι χωρίς σχέδιο, που κοντόφθαλμα προσπαθούν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις.
Βρέθηκα σε πανηγύρι χωριού που μουσική έπαιζε λαϊκή ορχήστρα. Ο κόσμος ήταν μουδιασμένος. Πανηγύρι τελείως αποκομμένο από τον ίδιο τον τόπο και τους ανθρώπους. Καθισμένοι στα τραπέζια, τρώγοντας το παραδοσιακό κεμπάπ και πίνοντας τις μπίρες, αναρωτιόντουσαν τι κάνανε εκεί.
Το πανηγύρι στις Κυδωνιές
Στο πανηγύρι του χωριού μου, στις Κυδωνιές Γρεβενών, όπου ενώ υπήρχε αρκετός κόσμος και ερχόταν κι άλλος από τα γύρω χωριά, το κέφι ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Τις δύο ώρες που έμεινα εκεί χορεύανε οι ίδιοι δέκα άνθρωποι. Πώς όμως μπορεί να υπάρχει κέφι, όταν οι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων του χωριού είναι σχεδόν ανύπαρκτοι, όταν δεν γνωρίζονται μεταξύ τους;
Οι συγκεντρωμένοι το μόνο κοινό που είχαν ήταν η καταγωγή τους από το ίδιο χωριό. Δεν ήταν δεμένοι με τον τόπο, δεν έχουν ζήσει εκεί παρά μόνο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Στην ουσία δεν υπάρχει η ανάγκη να γυρίσουν για να γιορτάσουν με τους υπόλοιπους του χωριού, δεν υπάρχει μέσα τους ο νόστος. Ακόμη και στον "Τσιάτσιο", το μεγάλο χορό στην Σαμαρίνα, στις 16 Αυγούστου, η ανησυχία των παραβρισκόμενων ήταν αν θα βρουν τραπέζι στην πλατεία, μια και όλα ήταν κλεισμένα. Μεγαλύτερη σημασία είχαν οι χειραψίες των βουλευτών με τους υπόλοιπους επίσημους παρά το ίδιο το γεγονός. Τελικά για όλους το πανηγύρι αποτελεί πια μια συνήθεια που, είτε το ξέρουν είτε όχι, έχει ημερομηνία λήξης.

