Συνέντευξη: Στέλιος Κούκος
Έτσι, πλέον, μπορεί κάποιος πολύ εύκολα να επισκεφθεί το site της Θεσσαλονικιάς συγγραφέως στη διεύθυνση www.karampataki.gr και να διαβάσει το “Βιβλίο των μετοίκων” μαζί με άλλες πληροφορίες για τις μέχρι τώρα δραστηριότητές της στον κόσμο των γραμμάτων. Με την Ευμορφία Καραμπατάκη είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία, στην οποία απάντησε με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα στα ερωτήματα που της θέσαμε.
Το όλο εγχείρημα μου φαίνεται πως μοιάζει με μήνυμα που αφήνει κάποιος σε ένα μπουκάλι στη θάλασσα - εδώ στο πέλαγος του διαδικτύου...
Από σύμπτωση, την ίδια έκφραση χρησιμοποιεί -την έχει καταγράψει μάλιστα στη δική του ιστοσελίδα- ο Θανάσης Τριαρίδης, πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική έκδοση και ένθερμος υποστηρικτής της απόφασής μου. Καταρχήν θέλω να πω ότι λατρεύω το βιβλίο, είμαι δέσμια της γοητείας του ήδη από την παιδική ηλικία, έχω σπουδάσει φιλολογία γαλλική, ελληνική και συγκριτική, γράφω βιβλία και έχω γράψει για βιβλία, δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς να διαβάζω. Μέσα σε ένα καλά ενημερωμένο βιβλιοπωλείο νιώθω όπως ένα παιδάκι σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, ή σε ένα ζαχαροπλαστείο. Εκείνο όμως που συμβαίνει είναι η απίστευτη δυνατότητα και το προνόμιο στην εποχή μας να διαθέτει κανείς την επιλογή, όταν συναντά εμπόδια στην έκφρασή του, να καταφεύγει στο διαδίκτυο. Εκεί, κανείς δεν του ζητά -τουλάχιστον για την ώρα- να γίνει πιο εμπορικός, να γράψει μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο, συν το ότι αίρεται το πρόβλημα διανομής. Το έργο του γίνεται προσβάσιμο από οποιαδήποτε πλευρά του πλανήτη. Είμαι λοιπόν ευγνώμων που ζω σ’ αυτή την εποχή.
Από σύμπτωση, κάπου στο τέλος του “Βιβλίου των μετοίκων” αναφέρεται ότι οι σημερινοί συγγραφείς “φτιάχνουν την ιστοσελίδα τους στο Διαδίκτυο, y ya esta” [κι αυτό είναι όλο]. Όταν το έγραφα, δεν φανταζόμουν ότι το ίδιο θα έπραττα κι εγώ. Ίσως υπήρξε ένα είδος αυτοεκπληρούμενης λογοτεχνικής προφητείας.
Πώς μπορεί κάποιος να πληροφορηθεί ότι “κυκλοφορεί” ένα ψηφιακό έργο; Υπάρχει διαδικτυακή κοινότητα “ψηφιακών” αναγνωστών;
Σ’ αυτό το ζήτημα είμαι μάλλον τυχερή, διότι δημοσιογραφώ από χρόνια - αν και πλέον ασχολούμαι κυρίως με το χρονογράφημα, οπότε δεν πηγαίνω στις συνεντεύξεις Τύπου. Ξέρετε, το πολιτιστικό ρεπορτάζ είναι κάπως σαν τον στρατό: φτιάχνει φιλίες ζωής. Όσοι συνάδελφοι από εκείνη την εποχή πήραν το μήνυμα, ανταποκρίθηκαν τόσο θετικά, ώστε μ’ έκαναν να αισθανθώ τουλάχιστον... νομπελίστα! Και τους ευχαριστώ. Αλλά και οι υπόλοιποι φίλοι, με τη μέθοδο της προώθησης e-mail, λειτούργησαν ανάλογα. Όσο για τις αναγνωστικές κοινότητες, λέσχες ανάγνωσης κτλ. οργανώνονται διαδικτυακά. Και πάντα φυσικά υπάρχει αυτή η γοητεία του άγνωστου, όπως σε μια συμβατική έκδοση, ή στο ραδιόφωνο: δεν ξέρεις ποιος σε διαβάζει (ή σε ακούει) εκεί έξω.
Ποιες είναι πρώτες εντυπώσεις και εμπειρίες;
Η συγκίνηση, όταν βλέπεις ένα δικό σου έργο τυπωμένο, είτε συμβατικά είτε ηλεκτρονικά, είναι πάντα η ίδια, και βρίσκομαι ακόμη υπό την επήρειά της. Συγκινητικές επίσης είναι και οι αντιδράσεις των πρώτων αναγνωστών.
Πιστεύετε πως πρόκειται για μια εναλλακτική λύση που θα δώσει τη δυνατότητα να ακουστούν περισσότερες φωνές;
Οπωσδήποτε, και είμαστε ακόμη στην αρχή! Όπως μου είπε κάποιος πρόσφατα: “μ’ αυτές τις ηλεκτρονικές επαναστάσεις, τελειώνουμε με διάφορα ιερατεία!”. Πριν από αρκετά χρόνια είχε κυκλοφορήσει ένα μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Ζαν-Μαρί Λακλαβετίν με τίτλο “Η πρώτη αράδα”, όπου ο αφηγητής δολοφονούσε τον υπεύθυνο έγκρισης χειρογράφων ενός εκδοτικού οίκου, ακριβώς επειδή δεν προέκρινε το δικό του. Ε, λοιπόν, στην εποχή μας μια παρόμοια έκβαση δεν θα ήταν αναγκαία: ο συγγραφέας θα κατέφευγε στο διαδίκτυο, όπου κατά πάσα πιθανότητα θα είχε και καλύτερη τύχη.
Μπορείτε να μας πείτε λίγα πράγματα για την όλη διαδικασία της έκδοσης - καλύτερα, της δημοσίευσης;
Από τη στιγμή που το κείμενο είναι έτοιμο, χρειάζεται ένας γραφίστας κι ένας τεχνικός. Θα εκπλαγείτε όμως αν σας πω ότι η εξεύρεσή τους είναι πιο δύσκολη κι από αυτήν ενός... υδραυλικού! Από εκεί κι έπειτα όλα γίνονται γρήγορα.
Παρ’ όλα αυτά, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως δεν πρόκειται για ένα αληθινό βιβλίο, αφού στη μορφή αυτή δεν μπορεί να διαγωνιστεί στις βραβεύσεις (Κρατικά Βραβεία, περιοδικού “Διαβάζω”)...
Τίποτα όμως δεν μπορεί να διαγωνιστεί το να μη χρωστάς το παραμικρό σε κανέναν, το να γράφεις όπως εσύ θέλεις και το να είσαι κύριος του έργου σου. Όσο για τα βραβεία, προσωπικά όταν ήμουν υποψήφια το πληροφορήθηκα από τη διορθώτρια του περιοδικού όπου έγραφα τότε - ο εκδοτικός οίκος δεν μπήκε στον κόπο να με ενημερώσει. Στο εξωτερικό, διαδικτυακοί κολοσσοί, εν είδει κοινωνικής προσφοράς, βγάζουν σε ηλεκτρονική μορφή κλασικά βιβλία. Υπάρχει πλέον αλληλεπίδραση: και το συμβατικό βιβλίο γίνεται ηλεκτρονικό ώστε να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες.
Μήπως αργότερα θα προσθέσετε και σελίδα με τα σχόλια των αναγνωστών; Έχω την εντύπωση πως οι σέρφερ του διαδικτύου είναι ιδιαίτερα διαδραστικοί...
Είναι και αυτό ένα από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της διαδικτυακής εποχής! Τον 19ο αιώνα, οι αναγνώστες θεωρούσαν τον αγαπημένο τους συγγραφέα “δικό τους άνθρωπο” και του απηύθυναν επιστολές μέσω εκδοτών. Σήμερα βλέπω μια σφοδρή αναβίωση του φαινομένου, αλλά πιο άμεσα: αρκεί ένα e-mail στον ίδιο.
Αν γνωρίζατε εξαρχής ότι το κείμενο θα προοριζόταν για ψηφιακή “σταδιοδρομία”, νομίζατε ότι θα γράφατε με άλλο ύφος, με διαφορετικό στιλ;
Έχω διαπιστώσει από καιρό ότι δεν μπορώ να γράψω παρά μόνον όπως γράφω. Με τους φίλους μου, ξέρετε, έχουμε ένα αστείο: λέμε, όπως μαζευόμαστε, να φτιάξουμε από κοινού ένα μπεστ σέλερ βάσει συνταγής: βυζαντινό-ιστορικό, ή γυναικείο δακρύβρεχτο, που είναι οι δύο μεγάλες τάσεις της σημερινής εκδοτικής επιτυχίας. Καταλήγουμε πάντα στο απόλυτο τίποτα -με πολλά γέλια, βεβαίως- και στο ψυχωφελέστατο συμπέρασμα ότι ο καθένας μας είναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του έτσι όπως είναι.



