
Εισχωρεί μέσα σε σπίτια, νοσοκομεία, αστυνομικά τμήματα και δικηγορικά γραφεία, καφενεία και χοροδιδασκαλεία. Δεσπόζει βέβαια η περιοχή γύρω από το Διοικητήριο με το “καλλιμάρμαρον πάρκο” (“ένα φρικαλέο αποτέλεσμα της αμηχανίας των μηχανικών να συνταιριάξουν την πλατεία που ήταν ψηλά με την οδό Ολύμπου που ήταν χαμηλότερα...”)
Δεν λείπουν όμως περιγραφές και αναφορές σε ονόματα δρόμων και περιοχών που “κάποτε σήμαιναν”: στενά σοκάκια της Άνω Πόλης, η Εγνατία και το Βαρδάρι, η πλατεία Δικαστηρίων, η λεωφόρος Στρατού με το διαβόητο διώροφο της “Ειδικής Ασφάλειας”, τα παλιά Λαδάδικα πολύ πριν εξωραϊστούν και μεταλλαχθούν κτλ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαδρομές που σκαρώνει ο Λ. Ζησιάδης, βάζοντας του ήρωές του να ανεβαίνουν στο τραμ ή στο λεωφορείο της εποχής ή να παίρνουν από τη φαρδιά ξύλινη αποβάθρα του Λευκού Πύργου τον “Ποσειδώνα”, το μοτοράκι για την Περαία.
Χαρακτηριστικό είναι το οδοιπορικό που περιγράφει ο Λ.Ζ. στο βιβλίο του “Συμεών ο πρόσφυγας”, διασώζοντας έτσι πολύτιμες εικόνες από τη ζωή και τους δρόμους της πόλης το 1934: “Ο Συμεών θ’ ανέβει τη Βενιζέλου και θα κάνει την τακτική του στάση στο Καραβάν Σαράι, στο παστουρματζίδικο του Ισαάκ (…) Άλλη μια στάση στην πλατεία, στο Διοικητήριο (…) Από εκεί ως τον Αϊ-Δημήτρη ο δρόμος όλο χαλάσματα, καινούργια μέγαρα και παράγκες, γεμάτες προσφυγιά. Από εκεί και πέρα τουρκόσπιτα και το σινεμά Αχίλλειον. Έχει κι άλλο δρόμο, συντομότερο, αλλά προτιμάει αυτό το δρομολόγιο, γιατί έχει πιο πολύ σεργιάνι. Η Αγίου Δημητρίου είναι ξεκούραστος δρόμος και θα τον πάρει όπως πάντα γιαβάς γιαβάς. Περνώντας τα χαλάσματα του Αϊ-Δημήτρη θα σταυροκοπηθεί (…) διότι, ας είναι ερείπιο η εκκλησία, ακόμα αναβλύζει το άγιο μύρο από τα θεμέλιά της (…) Πριν φτάσει στην Αποστόλου Παύλου, κοντά στο σπίτι του Κεμάλ, θα στρίψει αριστερά και θα πάρει τον ανηφορικό δρόμο για την πλατεία Καλλιθέας”.
Οι αφηγήσεις του Λ.Ζ. για τη συγκεκριμένη εποχή έχουν το δικό τους ηχόχρωμα: στα γραμμόφωνα ακούγονται η Σοφία Βέμπο και τα ταγκό, η μπάντα του στρατού παίζει “Ριγκολέτο”, τούρκικοι αμανέδες, η “Κάρμεν” με την Ιμπέριο Αρζεντίνα και ο “Αντώνης ο βαρκάρης, ο σερέτης”, ο Αττίκ και η Λουίζα Ποζέλι, οι “ομολογίες” και τα σμυρναίικα τραγούδια, οι καντάδες και οι μελωδίες από το παλιό αριστοκρατικό πιάνο, ο ήχος από το “Ράδιο Τσιγγιρίδης” και ο σαματάς από τα άδεια κάρα και τα τραμ που τραντάζουν την πόλη, ο θόρυβος από τους γκαζοτενεκέδες των σκουπιδιών, οι ανατριχιαστικές σειρήνες στον πόλεμο του ’40. Όλα αυτά σχηματίζουν το σάουντρακ για το έργο που προβάλλουν στην οθόνη του αναγνώστη τα κείμενα του Λ.Ζ.
Στα βιβλία του Ζησιάδη μπορείς να βρεις στοιχεία για να ανασυνθέσεις την ηθογραφία της καθημερινότητας. Να ένα δείγμα σχετικό με το νόημα που είχε το διάβασμα των εφημερίδων της πόλης στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια (“Θεώνη”): “Άνοιξε ο άντρας της την εφημερίδα του και βυθίστηκε στην ανάγνωση, σχολιάζοντας άλλοτε με γρυλλισμούς, άλλοτε με ειρωνικούς μορφασμούς τα γραφόμενα ή πετώντας κάπου κάπου στα φωναχτά αγανακτισμένα επιφωνήματα. Έτσι διαβάζει πάντα την εφημερίδα ο Αρίστος και φχαριστιέται. Η εφημερίδα είναι γι’ αυτόν το άλφα και το ωμέγα της διασκέδασης και της καλοπέρασης. Την ξεκοκαλίζει ως την τελευταία λέξη και όταν πάει στο καφενείο είναι από τους πιο ενημερωμένους”.
Τα θησαυρίσματα των αναμνήσεων του Λ.Ζ. δεν συνεισφέρουν μόνο στην αποκρυπτογράφηση των “μυστηρίων της πόλης”. Από τη σκοπιά του μελετητή της πολιτικής μας ιστορίας θεωρείς χρήσιμο τον πειστικό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας συνδέει και συναρθρώνει τους καθημερινούς ανθρώπους και τα σημεία αναφοράς της πόλης με τις πολιτικές συγκυρίες και την εναλλαγή των καθεστώτων στην Ελλάδα της συγκεκριμένης εποχής. Ενδεικτικό είναι το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο του “Στη Θεσσαλονίκη τότε”, όπου οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, οι ανατροπές και οι αλλεπάλληλοι θάνατοι των πολιτικών ηγετών το 1935-36 φιλτράρονται μέσα από το βλέμμα και την ιδιότυπη διάλεκτο ενός πληροφορημένου... γαλατά.
Η Θεσσαλονίκη του Λ.Ζ. είναι η πόλη της θαυμαστής συνύπαρξης, όπου συμβιώνουν “ντόπιοι μπαγιάτηδες Σαλονικιοί, Καραμανλήδες, Σμυρνιοί, Θρακιώτες, Πόντιοι, το σήμα κατατεθέν της πόλης, οι Εβραίοι, κυρίως μεροκαματιάρηδες της φτωχολογιάς, Αρμένηδες, Λεβαντινοί και λίγοι Παλιοελλαδίτες, υπάλληλοι και χωροφύλακες ως επί το πλείστον”.
“Είναι όλοι τους”, γράφει, “έλληνες Σαλονικιοί που υπήρξαν συμμαθητές, φίλοι, γείτονες και έχουν συναντηθεί σε τόπους λαϊκής καταφυγής: καφενέδες, ταβέρνες, γήπεδα και κινηματογράφους. Φύσηξε ο Βαρδάρης και σάρωσε όλες τις ιδιαιτερότητες...”
*Ο Γιώργος Ολ. Αναστασιάδης γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι καθηγητής στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Διδάσκει Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας. Στο πλούσιο συγγραφικό του έργο, που αναφέρεται και στη σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης, αξιοποιεί τους ιστορικούς «θησαυρούς» που περιέχονται στις παλιές εφημερίδες, στις φωτογραφίες και τη λογοτεχνία.