
Μια κουβέντα με τη ροκ ρεμπέτισσα Φωτεινή Βελεσιώτου για “ανόργανη” μουσική, ορθογραφία με κιθάρα, υβριδικά φυτά και... πλεϊμέικερ της Ρένας Ακριτίδου
Μεγάλωσε ακούγοντας κλασική και βυζαντινή μουσική, αλλά την κέρδισε το ρεμπέτικο. Η Φωτεινή Βελεσιώτου, η οποία συμμετέχει στην αποψινή συναυλία του Συνδέσμου Φυλακισθέντων- Εξορισθέντων Αντιστασιακών στο Επταπύργιο για τα 41 χρόνια από την επιβολή της χούντας, μιλά στη “Θ” για την πορεία της στην εκπαίδευση, στο τραγούδι, στη ζωή...
“Από την Καρδίτσα ήρθα το 1976 για σπουδές στο Παιδαγωγικό τμήμα του ΑΠΘ. Ευτυχώς έμεινα. Εδώ είναι ο χώρος μου”. Η κουβέντα μας ξεκίνησε στο σπίτι της, λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, με τσίπουρο που παράγουν η ίδια και ο σύντροφός της, Θανάσης, από τα αμπέλια τους, με χταποδάκι, που είχαν ψαρέψει την προηγούμενη μέρα με τη βάρκα τους. “Ωραία συνέντευξη θα κάνετε”, σχολίασε εκείνος γελώντας, βλέποντας το λάπτοπ δίπλα στα ποτηράκια μας. Η Φωτεινή γελάει αναπολώντας τα φοιτητικά της χρόνια. “Μέχρι τότε ήξερα την κλασική και τη βυζαντινή μουσική. Στα 18 μου έμαθα ότι υπάρχει ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης! Έπαθα σοκ. Δούλευα σε ένα θείο μου και έχοντας το απαραίτητο χαρτζιλίκι πήγαινα συνέχεια σε κουτούκια. Κάθε βράδυ άλλαζα δύο τρία ταβερνάκια. Άκουγα, γέμιζα. Μόνο ρεμπέτικα. Τώρα ακούω και ροκ και άλλα”. Τη ρωτώ αν τότε αναμίχθηκε σε πολιτικές νεολαίες. “Ήρθα στη Θεσσαλονίκη με παρωπίδες. Δεν ήξερα τι σημαίνει Αριστερά, Δεξιά... Έπαιζα μπάσκετ, πρωί απόγευμα προπόνηση. Αθλητισμός, λοιπόν, δουλειά και μουσική. Στα ταβερνάκια κερνούσα όλη την ομάδα”. Έμειναν εκείνες οι φιλίες; “Φροντίζω να τις κρατάω, μας έδεσαν πολλά. Ξέρεις, στο ομαδικό άθλημα μαθαίνεις να μοιράζεσαι. Έπαιζα πλεϊμέικερ. Καλάθια πολλά δεν έβαζα. Ο ρόλος μου ήταν να φτιάχνω τα καλάθια”. Ορθογραφία με την κιθάρα. Απόφοιτος της Παιδαγωγικής, όμως “δεν ήθελα να δουλέψω δασκάλα αλλά, με το μυαλό που κουβαλούσα τότε, σε τράπεζα. Με έπεισε ένας θείος μου, επιθεωρητής δημοτικής εκπαίδευσης: ʽΔούλεψε δέκα μέρες κι άμα δεν σου αρέσει φεύγειςʼ. Αυτό ήταν. Από τότε, έφυγα όταν εγώ ήθελα να φύγω. Νομίζω ότι, αν κρατιέμαι ζωντανή και νέα στην ψυχή, είναι λόγω της εμπειρίας μου των 24 χρόνων στην εκπαίδευση. Με έκαναν άνθρωπο. Με έκαναν να σέβομαι ακόμη και το μικρούλι, το μωρό. Στους μαθητές μου έλεγα την ορθογραφία με την κιθάρα. Όταν τα έβλεπα να κουράζονται, έλεγα ʽπάμε να παίξουμε μπάσκετ και ξαναγυρνάμεʼ”. Όταν εμφανίστηκε στην τηλεοπτική εκπομπή της Μπήλιως Τσουκαλά με τη Σωτηρία Λεωνάρδου και τους συνεργάτες της από το Καφωδείο “τα περισσότερα τηλέφωνα ήταν από μαθητές μου”.
Μουσικές περιπλανήσεις. “Στην Καρδίτσα ήμουν στη χορωδία από 15 ώς 18 χρόνων. Πολύ καλή χορωδία για εκείνα τα χρόνια. Κάναμε συναυλίες στο εξωτερικό, πήγαμε σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες. Στο φεστιβάλ χορωδιών στην Ουαλία βγήκαμε τρίτοι σε όλη την Ευρώπη και μάλιστα χωρίς να ξέρουμε μουσική. Να σκεφτείς ότι μόνο τα λόγια είχαμε στις παρτιτούρες... Η φωνή μου από τότε ήταν βαριά, κοντράλτο. Στη σχολή δεν τραγουδούσα σε χορωδία, αλλά στην Παιδαγωγική πρέπει να μάθεις κάποιο όργανο. Στο πρώτο έτος πήρα μελόντικα, που ήταν φθηνή. Αλλά το καλοκαίρι ήθελα να πάω διακοπές και την πούλησα. Στο δεύτερο έτος ήμουν... ανόργανη. Το είπα στην καθηγήτρια, είπε πως θα μου βάλει πέντε. ʽΜε έξι, φεύγωʼ. Έτσι κάναμε συμφωνία και πέρασα το μάθημα της μουσικής. Αργότερα άρχισα να παίζω κιθάρα. Μου ʼμαθε ένας φίλος πέντε ακομπανιαμέντα. Έπαιζα έξι ώρες τη μέρα. Δεν ξέρω άλλα ακόρντα. Πέντε. Αυτό όμως με βοήθησε να τραγουδήσω. Με άκουσε κάποιος και έτσι ξεκίνησα. Ήταν το 1981 σε ένα πάρτι. Κάποιος φίλος του πρώτου μου κιθαρίστα μού είπε ότι ψάχνουν τραγουδίστρια για ρεμπέτικα”.
Από “Τα Χνάρια” στην “Ανατολή”. Τραγούδησε τρία χρόνια στην μπουάτ “Τα Χνάρια”. “Ήταν στη Φ. Δραγούμη, κάθετη στην Κασσάνδρου. Υπέροχα χρόνια. Άλλος κόσμος”. Όταν γέννησε τα παιδιά της, έμεινε εκτός πάλκου τέσσερα πέντε χρόνια. “Αλλά τρωγόμουνα. Πήγαινα σε ένα ταβερνάκι, στην ʽΑνατολήʼ, στην Τούμπα. Καθόμουν κοντά στην ορχήστρα, γιατί παίζανε χωρίς μικρόφωνο τα παιδιά. Κάποια στιγμή είπα στον μαγαζάτορα, ʽθέλω να τραγουδήσωʼ. Κι έμεινα εκεί επτά χρόνια. Παρασκευή και Σάββατο, χωρίς μικρόφωνο. Όσους κάνανε φασαρία τους έστελνα στα Goodyʼs. Ο Θανάσης κρατούσε τα παιδιά για να τραγουδάω, ερχόταν να με ακούσει όταν βρίσκαμε καμιά λύση. Ήταν δύσκολα, αλλά αυτά τα πράγματα δένουν τους ανθρώπους”. Κάποιοι άνθρωποι που την άκουσαν είπαν πως η φωνή της τους θυμίζει πολύ της Σωτηρίας Μπέλλου. Της το μεταφέρω. “Ωραίο ακούγεται. Αλλά η φωνή της Σωτηρίας είναι παρασάγγας ανώτερη από τη δική μου”.
Οι “Γυναίκες”. Και φτάνουμε στο 2005. Μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί να κάνει δίσκο; “Όχι βέβαια. Αλλά μου προέκυψε. Ωραία εμπειρία. Η στιχουργός Μάγδα Παπαδάκη, νηπιαγωγός, με είχε ακούσει στην ʽΑνατολήʼ. Ο δίσκος που βγήκε είναι πολύ όμορφη δουλειά. Δεν προχώρησε όμως πολύ, δεν βγήκε παραέξω. Αλλά για μένα αυτά είναι εμπειρίες, σχολείο. Δεν είναι λίγο πράγμα να γνωρίσεις τη Σωτηρία (Λεονάρδου). Δεν συναντηθήκαμε τον καιρό που γράφαμε το δίσκο, γράφαμε άλλες μέρες. Τη γνώρισα όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη, στη ʽΒάρδιαʼ. Με σήκωνε και τραγουδούσα. Το καλοκαίρι κάναμε τρεις συναυλίες μαζί. Πολύ γλυκό άτομο. Σχολείο. Δεν παίζει στο σταρ σίστεμ”. Εκτός από τις “Γυναίκες”, που τη μουσική έγραψε ο Μιχάλης Νικολούδης, αυτό τον καιρό η Φωτεινή συμμετέχει σε μια καινούργια δουλειά με μουσική του Αντώνη Πολίτη και στίχους του Νίκου Καρίμπα.
Αγροτική ζωή. Παρατηρώ τα χέρια της. Χέρια δουλεμένα, με ρόζους. “Όλη η μέρα μου εδώ στο αγρόκτημα και η νύχτα μου στο Ελληνικό”, λέει η Φωτεινή. “Παράγουμε φυτά από ντόπιους σπόρους. Όχι υβρίδια. Κρατάμε τους περσινούς και παράγουμε φυτά”. Στις 3 Μαΐου θα βρίσκονται στον Κίσαβο, στην πανελλήνια συνάντηση για τη διατήρηση των ντόπιων ποικιλιών. “Πηγαίνουμε, γιατί έχουμε κάτι να πούμε με όσους συμμετέχουν. Από τη Θεσσαλονίκη θα πάμε 25 άτομα”. Όλα αυτά δεν είναι κουραστικά; “Έχει πολλή δουλειά αλλά και πολλή ομορφιά. Από τα αμπέλια μας βγάζουμε τσίπουρα, κρασιά, έχουμε τα ζώα μας”. Είχε και μια εμπειρία στις δημοτικές εκλογές, που της άφησε γλυκόπικρη εμπειρία, και ας βγήκε πρώτη σε σταυρούς στο συνδυασμό τους. “Έλεγα, θα παλέψω να γίνει ένα θέατρο σε μια ιδανική περιοχή που έχουμε εδώ κοντά. Αυτό δεν συγκίνησε. Δεν μπορούσα να τάξω διορισμούς”. Δεν ξέρω αν φταίει το τσίπουρο, αλλά μου μεταδίδει την αίσθηση ανθρώπου ικανοποιημένου, χορτάτου. “Δεν πιστεύω ότι έχουν ζήσει πολλοί άνθρωποι αυτά που έχω ζήσει εγώ. Ξέρεις, να ξυπνάς με Βιβάλντι είναι πολύ ωραίο πράγμα. Αλλά να ακούς όλη μέρα όχι. Το ρεμπέτικο μου έμαθε να πίνω τσίπουρο, να καπνίζω. Η κλασική μουσική είναι αξεπέραστη. Αλλά δεν ακούγεται με τσίπουρο”.
Δύο όργανα, τρεις φωνές
Θεωρεί ότι το καφωδείο, όπου εμφανίζεται αυτό το διάστημα, “είναι ό,τι πιο όμορφο έχω ζήσει. Όλοι οι εμπλεκόμενοι, και ο Ευγένιος Δερμιτάσογλου και ο Γιάννης Μήτσης και οι ιδιοκτήτες του καφωδείου, είναι ψυχάρες”. Η συνεργασία αυτή προέκυψε όταν ξέμεινε από μουσικούς. “Τα παιδιά που παίζαμε στην ʽΑνατολήʼ σκορπίσανε. Άλλος παντρεύτηκε, άλλος έφυγε από την πόλη”. Επί ένα χρόνο δεν τραγουδούσε. “Πήγα στον Ευγένιο, του είπα πως θέλω να τραγουδήσω. ʽΔώσʼ μου μια μέραʼ, είπε εκείνος και την επομένη τηλεφώνησε: ʽΡαντεβού στις 8 στο καφωδείο ʽΕλληνικόʼ. Εκεί γνώρισα αυτούς που παίζουμε σήμερα. Λέω ότι θα παίζουμε μαζί μέχρι τα βαθιά γεράματα. Με τις πατερίτσες, αλλά θα παίζουμε. Με τον Λάρρυ Χαριτίδη και τον Μάκη Πάντσιο. Δύο όργανα και τρεις φωνές. Περιμένω την Παρασκευή με λαχτάρα, για να πάω να τραγουδήσω, να τους πειράξω. Ο Λάρρυ είναι η ψυχή του ρεμπέτικου. Αν υπάρχει ρεμπέτικο στη Θεσσαλονίκη, ίσως το οφείλει στον Αγάθωνα και στον Λάρρυ. Αυτός και ο Μάκης είναι καθηγητές σε σχολεία. Παίζουμε για τη χαρά μας. Και ο κόσμος που έρχεται είναι πολύ καλός. Έρχεται σε μας συνειδητά”. Στον ίδιο χώρο, εκτός από τα ρεμπέτικα, συνεργάζεται και με τον συνθέτη Γιώργο Καζαντζή, τη δουλειά του οποίου θαυμάζει ιδιαίτερα.