
Ο Βουκολέων
Το ανάκτορο που στέκεται λησμονημένο από τους πάντες πάνω στον παραλιακό δρόμο του Μαρμαρά
Του Αλέξανδρου Μασσαβέτα
Στην Κωνσταντινούπολη στέκονται, σε καλή εξωτερικά κατάσταση, δώδεκα βυζαντινοί ναοί. Τρεις (Αγία Σοφία, Μονή της Χώρας, παρεκκλήσιο Παμμακαρίστου) είναι μουσεία, ένας (Παναγία των Μογγόλων) παραμένει εκκλησία και οι υπόλοιποι λειτουργούν ως τεμένη.
Αν και η χρήση τους ως μουσουλμανικών ιερών οδήγησε στην καταστροφή μεγάλου μέρους του εικονογραφικού τους διακόσμου, ενώ δυσκολεύει την επίσκεψή τους, τουλάχιστον τις έσωσε από την κατεδάφιση. Θεωρήθηκαν, από τους νέους κυρίους της Πόλης, κτίρια χρήσιμα.
Δεν συνέβη δυστυχώς το ίδιο με τα ανάκτορα των Βυζαντινών. Το βυζαντινό κράτος ήταν καταχρεωμένο μετά το 1204 και την πρώτη άλωση. Το μεγαλύτερο μέρος των ανακτόρων -τα οποία καταλήστεψαν και ερείπωσαν οι σταυροφόροι, προσθέτοντας στην ταλαιπωρία αιώνων- κείτονταν σε θλιβερό σωρό ερειπίων πολύ πριν από την τελική άλωση από τους Οθωμανούς. Οι Οθωμανοί ουδόλως εξετίμησαν τα ανακτορικά κτίσματα των Βυζαντινών και τα κατεδάφισαν πάραυτα, για να οικειοποιηθούν οικοδομήσιμο χώρο.
Πέρα από τα αναρίθμητα ανάκτορα των ευγενών, στη βυζαντινή πρωτεύουσα βρίσκονταν δύο ανακτορικά συγκροτήματα: το Μέγα Παλάτιον, δίπλα στην Αγία Σοφία και τον Ιππόδρομο, και εκείνο των Βλαχερνών, στον Έκτο Λόφο της Πόλης, δίπλα στα τείχη. Το Μέγα Παλάτιον περιλάμβανε δύο συστάδες ανακτορικών κτισμάτων: η πρώτη βρισκόταν δίπλα στην Αγία Σοφία και τον Ιππόδρομο, ενώ η δεύτερη πάνω στην ακτογραμμή του Μαρμαρά. Σήμερα απομένουν μονάχα δύο κτίσματα, ένα από το κάθε συγκρότημα: το ανάκτορο του Βουκολέοντα, το μόνο που σώθηκε από τη συστάδα των παράλιων κτισμάτων του Μεγάλου Παλατίου, και εκείνο του Πορφυρογέννητου στις Βλαχέρνες. Και στις δύο περιοχές, τις οποίες άλλοτε κάλυπταν τα κτίρια των ανακτόρων, σώζονται κτίσματα σε ερειπωμένη κατάσταση, υπόγεια, δεξαμενές, κρύπτες, θεμέλια κτιρίων και, στην περίπτωση του Μεγάλου Παλατίου, αξιόλογα ψηφιδωτά που εκτίθενται in situ στο Μουσείο Ψηφιδωτών του Μεγάλου Παλατίου.
Σήμερα θα σου μιλήσω για το Ανάκτορο του Βουκολέοντα, που στέκεται λησμονημένο από τους πάντες πάνω στον παραλιακό δρόμο του Μαρμαρά, στη γειτονιά του Αχίρκαπι. Η σημασία του είναι τεράστια, καθώς είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα κοσμικής αρχιτεκτονικής των Βυζαντινών, και το μόνο κτίριο του Μεγάλου Παλατίου που στέκεται. Πάνω του γέρνουν τρώγλες του 19ου αιώνα αλλά και κάποιες πιο πρόσφατες, από τσιμεντόλιθους. Ακριβώς πίσω του διέρχονται οι γραμμές του τρένου, και είναι πολύ πιθανό ο θόρυβος του συρμού να διακόψει τους συνειρμούς σου καθώς περιεργάζεσαι το κτίσμα.
Συγκρότημα ανακτόρων
Ο Βουκολέων ήταν συγκρότημα ανακτόρων δίπλα στη θάλασσα που διέθετε δικό του λιμένα. Πολλοί ξένοι περιηγητές αναφέρονται στον Βουκολέοντα ως “το σπίτι του Ιουστινιανού”, όνομα που φαίνεται ότι του είχε αποδώσει η λαϊκή μυθολογία. Το ανακτορικό συγκρότημα κτίσθηκε από τον Θεοδόσιο και επεκτάθηκε από τον Ιουστινιανό. Σώζεται το κέλυφος ενός μακρού κτίσματος με εντυπωσιακά μαρμάρινα πλαίσια στα παράθυρα και θολωτή στέγη. Μάλλον χρονολογείται από την περίοδο του Θεοφίλου (829-842) ή του Νικηφόρου Φωκά (963-969), ο οποίος κατοικούσε στο Βουκολέοντα. Εδώ τον κατακρεούργησαν, κατά το σχέδιο που κατέστρωσαν η αυτοκράτειρα Θεοφανώ με τον Ιωάννη Τσιμισκή, ένα βράδυ του χειμώνα που λυσσομανούσε ο βοριάς και έπεφτε άφθονο χιόνι. Το συγκρότημα ονομάστηκε Βουκολέων από τα αγάλματα ενός βοδιού και ενός λέοντα (βους και λέων), που στόλιζαν την είσοδο του λιμανιού. Αυτό υποστηρίζει η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα.
Όπως όλα τα ανάκτορα και τα ιδιωτικά μέγαρα της Κωνσταντινούπολης, ο Βουκολέων λεηλατήθηκε ανελέητα κατά τη διάρκεια της πρώτης άλωσης από τους σταυροφόρους το 1204. Η αυτοκρατορική οικογένεια πρέπει να κατοίκησε εδώ για κάποιο διάστημα μετά την απελευθέρωση της Πόλης το 1261, καθώς βρήκε το ανάκτορο των Βλαχερνών σε μαύρο χάλι. Πολλοί περιηγητές που έφθασαν μετά την τέταρτη σταυροφορία χρησιμοποίησαν το όνομα “Βουκολέων” για ολόκληρο το Μέγα Παλάτιον, που είχε αφεθεί να καταρρέει, με μόνες τις εκκλησίες σε λειτουργία.
Το σωζόμενο σήμερα κτίσμα στεκόταν σχεδόν ακέραιο ώς τη δεκαετία του 1870, όταν η δυτική πρόσοψή του κατεδαφίστηκε, προκειμένου να διέλθει ο σιδηρόδρομος(!). Σύμφωνα με τα κείμενα των περιηγητών, η πρόσοψη αυτή ήταν στολισμένη με ένα σκεπαστό μπαλκόνι και τα αγάλματα δύο καθιστών λιονταριών. Σήμερα ο σιδηρόδρομος περνά εκεί ακριβώς όπου βρισκόταν η κύρια αίθουσα του ανακτόρου...
Η γιορτή του Χιντρελέζ
Μία μέρα τον χρόνο ο ακρωτηριασμένος Βουκολέων τραβά την προσοχή δεκάδων χιλιάδων κόσμου. Στον χώρο της παραλίας, μπροστά από το ανάκτορο, γιορτάζεται το απόγευμα της 5ης Μαΐου και τη νύκτα προς την 6η η γιορτή του Χιντρελέζ, καταβολών και εθίμων παγανιστικών. Πρόκειται για τη σερβική γιορτή του Αγίου Γεωργίου, που γιορτάζεται με το όνομα Εντερλέζι κυρίως από τους Ρομά (Τσιγγάνους) σε όλα τα Βαλκάνια. Σαράντα ημέρες μετά την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου (όπου και το περσικό νέο έτος - Νόου Ρουζ), το Χιντρελέζ-Εντερλέζι γιορτάζει την έλευση του καλοκαιριού. Το όνομα Χιντρελέζ προέρχεται από τα Χιντίρ -το αραβικό όνομα του Αγίου Γεωργίου- και Ηλίας, και η μέρα υποτίθεται πως σηματοδοτεί τη συνάντηση στη Γη του Αγίου και του Προφήτη.
Στο Χιντρελέζ, που γιορτάζεται στη φύση, τηρείται το έθιμο να δένονται κόμποι από υφάσματα ή χαρτιά στα δέντρα, πανάρχαιος τρόπος να δηλωθεί μια ευχή. Τραγουδιόνται εύθυμα τραγούδια, ανάβονται κεριά και χορεύονται τσιγγάνικοι χοροί, ενώ κατά τα μεσάνυκτα οι εορτάζοντες πηδούν πάνω από φωτιές, όπως κάνουν οι Πέρσες το Νου-Ρουζ και οι Έλληνες του Αϊ-Γιάννη. Το Χιντρελέζ στην Πόλη ξεκίνησε ως μία εμπορική, στη βάση της, πρωτοβουλία. Πάνω από 150.000 κόσμου συνέρευσαν φέτος στο πάρκο και την παραλία μπροστά στο ανάκτορο. Τα δένδρα της γέμισαν κορδέλες και αφιερωματικούς κόμπους και στα παρτέρια στήθηκαν σκηνές, περίπτερα που πωλούσαν κρασί, ποτά, φαγητά και γλυκά, και εξέδρες για συναυλίες. Εμπορική έκδοση του αρχέγονου εθίμου, αλλά ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση η αναβίωσή του.
Αλλά την τιμητική του είχε και ο Βουκολέων. Το πανηγύρι είχε στηθεί ακριβώς απέναντί του και το ανάκτορο ήταν εντυπωσιακά φωταγωγημένο. Τα γύρω του δένδρα ήταν στολισμένα με κόμπους - αφιερώματα από γυαλιστερές κορδέλες και υφάσματα. Και δεν ήταν λίγοι όσοι τον φωτογράφιζαν παραξενεμένοι, ρωτώντας την ασφάλεια του χώρου “Ποιο είναι αυτό το ερειπωμένο κτίριο;”. Η ασφάλεια, φυσικά, ιδέα δεν είχε.