Εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης - Η καθημερινή σας ενημέρωση

Έχουμε 18 μήνες προθεσμία

Άρθρα - Απόψεις
Ημερομηνία: 25/07/2010

Γράφει ο Παναγιώτης Γκλαβίνης, είναι αναπλ. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Συνέβη την 1η Ιουλίου 2010: αφού πρώτα απέκοψαν την πρόσβασή μας σ’ αυτές, οι αγορές μάς απέβαλαν από τους κόλπους τους, όταν, μετά τη σημαντική υποβάθμιση της πιστοληπτικής μας ικανότητας και από τον δεύτερο μεγαλύτερο οίκο αξιολόγησης, οι κυριότεροι δείκτες ομολόγων αναπτυγμένων κρατών αφαίρεσαν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου από τα ταμπλό τους. Η εξέλιξη αυτή προσδιορίζει με τρόπο τελεσίδικο τι ακριβώς διακυβεύεται εάν, αρχάς 2012 όπως προβλέπεται, η Ελλάδα δεν επανέλθει στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί ξανά με όρους αναπτυγμένου κράτους. Συγχρόνως, οριοθετεί με τρόπο ξεκάθαρο και τι πρέπει να κάνει η χώρα μας για να αντιμετωπίσει τον παραπάνω κίνδυνο: να γίνει ένα αξιόπιστο αναπτυγμένο κράτος, ώστε οι αγορές να το εμπιστευτούν και πάλι. Τώρα πλέον λάθη δεν επιτρέπονται, καθώς γνωρίζουμε όλα τα δεδομένα.

Δεδομένο πρώτο:
Η Ελλάδα, χάρη στην ένταξή της αρχικά στην ΕΟΚ και αργότερα στην Ευρωζώνη, βρέθηκε στην οικογένεια των λίγων αναπτυγμένων κρατών της γης. Έτσι, επί σειρά ετών, χρηματοδοτούσε με φτηνό χρήμα το έλλειμμά της και κατάφερνε να αναχρηματοδοτεί εύκολα το χρέος της, διασφαλίζοντας ένα υψηλό γενικό βιοτικό επίπεδο στους Έλληνες.

Δεδομένο δεύτερο:
Εσφαλμένες πολιτικές δεκαετιών αποδυνάμωσαν την ανταγωνιστικότητά μας και έθεσαν εκτός ελέγχου τα δημόσια οικονομικά μας. Η διόγκωση ενός σπάταλου, αντιπαραγωγικού και τελικά διεφθαρμένου δημόσιου τομέα, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής με δανεικά και μια ανάπτυξη που στηρίχτηκε στην κατανάλωση αντί για την επένδυση, μας οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο. Το δίδυμο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αφενός, και των δημοσίων οικονομικών μας, αφετέρου, μας γονάτισε. Το δημόσιο χρέος μας έγινε βρόχος που λίγο έλειψε να μας πνίξει.

Δεδομένο τρίτο:
Σαν αποτέλεσμα, η ελληνική οικονομία έχασε την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών: Το ελληνικό δημόσιο έχει αποκοπεί από την αγορά ομολόγων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χρηματοδοτηθεί παρά μόνον μέσω του πακέτου στήριξης. Οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά και κύρια πηγή ρευστότητάς τους είναι η ΕΚΤ. Το ελληνικό χρηματιστήριο έχει απομονωθεί, διαγράφοντας αποκλίνουσα πορεία και σημειώνοντας ρεκόρ πτώσης παγκοσμίως, ώστε οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές να μην το εμπιστεύονται πλέον.

Δεδομένο τέταρτο:
Η Ελλάδα πρέπει τώρα να αναδιαρθρώσει τον δημόσιο τομέα της για να εξυγιάνει τα δημοσιονομικά της και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της για να θέσει ξανά την οικονομία της σε αναπτυξιακή τροχιά. Διότι το κράτος δεν μπορεί να δαπανά εσαεί περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, ούτε και η οικονομία του να επιβιώνει στο διηνεκές εισάγοντας περισσότερα απ’ όσα εξάγει. Μόνον έτσι θα επανακτήσουμε την αξιοπιστία μας για να επανέλθουμε σαν αναπτυγμένο κράτος στις διεθνείς αγορές, προς όφελος και της αναχρηματοδότησης του χρέους μας, και της βιωσιμότητας του τραπεζικού μας συστήματος, και της ανάκαμψης του χρηματιστηρίου μας. Διαφορετικά, θα μετατραπούμε σε μια αναδυόμενη οικονομία και η παραμονή μας στην Ευρωζώνη θα είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη. Κι αυτό είναι που διακυβεύεται σήμερα: το αν δηλαδή θα παραδώσουμε στα παιδιά μας ένα αναπτυγμένο κράτος εντός της Ευρωζώνης ή μια αναδυόμενη οικονομία εκτός Ευρωζώνης.

Δεδομένο πέμπτο:
Στη γενιά μας έλαχε η ιστορική ευθύνη να απαντήσουμε σε αυτή την πρόκληση, προκειμένου να επαναφέρουμε την Ελλάδα σε θέση ισότιμου μέλους της οικογένειας των λίγων αναπτυγμένων κρατών της γης. Η οδός αυτή είναι η μόνη που θα μας διασφαλίσει ασφάλεια, ευημερία και προοπτική σ’ έναν κόσμο μεταβαλλόμενο εξαιτίας της δυναμικής εισόδου νέων ισχυρών κρατών στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και η οδός αυτή διέρχεται από την επαναφορά μας στις αγορές στις αρχές του 2012. Οι αγορές μπορεί να μην έχουν ψυχή, έχουν όμως κρίση και αποκλείεται να τις ξεγελάσουμε. Όπως και δεν τις ξεγελάσαμε τελικά. Αποκαλυφθήκαμε και γι’ αυτό υποβίβασαν όχι μόνο το ranking των ομολόγων μας σε επίπεδο μη επένδυσης, αλλά και το ίδιο το status μας ως δανειζόμενης αναπτυγμένης χώρας. Σ’ εμάς εναπόκειται να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους. Γι’ αυτό και πρέπει να στηρίξουμε τώρα όλα εκείνα τα μέτρα, όσο επώδυνα κι αν είναι, για να πετύχουμε την αναγκαία προσαρμογή της οικονομίας μας, όσο βίαιη κι αν είναι.

Δεδομένο έκτο:
Στον αγώνα αυτό, όμως, δεν είμαστε μόνοι. Έχοντας αποκοπεί από τις αγορές, προστρέξαμε στους διεθνείς οργανισμούς, στους οποίους είμαστε μέλος. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε για να διασφαλίσουμε τα 30 και πλέον δισ. που χρειαζόμασταν ακόμη μόνο για φέτος, προκειμένου να αποπληρώσουμε διεθνείς υποχρεώσεις μας. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, μέσα από μιαν άνευ προηγουμένου διεθνή κινητοποίηση, η κοινότητα των άλλων αναπτυγμένων κρατών της γης έθεσε στη διάθεση μιας χώρας ένα τόσο μεγάλο ποσό. Το πακέτο στήριξης των 110 δισ. συνιστά όμως δημόσια χρήματα. Αυτά δεν είναι απεριόριστα. Οι επενδυτές έχουν απεριόριστα κεφάλαια, κι εμείς σ’ αυτούς πρέπει να επιστρέψουμε και όχι στα κράτη για να ζητήσουμε κι άλλα λεφτά. Δεν είμαστε το μόνο έθνος στον κόσμο που έχει ανάγκη δημόσιας συνδρομής. Το πακέτο στήριξης αποσκοπεί στο να μας βοηθήσει να επανέλθουμε στον μόνο τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται ένα αναπτυγμένο κράτος όπως εμείς: στις αγορές των κεφαλαίων εκείνων που με χαμηλή απόδοση επενδύονται σε σταθερές αξίες ομολόγων αναπτυγμένων κρατών. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση και απέναντι στη διεθνή κοινότητα να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τη στήριξη που μας παρέχει.

Δεδομένο έβδομο:
Η κυβέρνηση αυτή παρέλαβε ένα αναπτυγμένο κράτος· δεν πρέπει να παραδώσει ένα αναδυόμενο! Γι’ αυτό θα πρέπει τους επόμενους 18 μήνες να κάνει ό,τι χρειάζεται προκειμένου να επαναφέρει τη χώρα στις αγορές. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να ξεκαθαρίσει τι πραγματικά θέλει και τι μπορεί να κάνει. Διότι τι πρέπει να κάνει (και τι πρέπει να κάνουμε όλοι μας) το γνωρίζει (και το γνωρίζουμε). Και δεν είναι αυτό που θέλει η τρόικα, όπως εσφαλμένα λέγεται. Είναι αυτό που θέλουν οι αγορές των συντηρητικών επενδυτών απανταχού γης, οι οποίοι για να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους με χαμηλή απόδοση σε ομόλογα αναπτυγμένων κρατών θα πρέπει ο εκδότης τους να τους παρέχει ασφάλεια, όπως μόνον τα αξιόπιστα αναπτυγμένα κράτη μπορούν. Τούτο δεν σημαίνει πως ό,τι κάνουμε θα το κάνουμε για τις αγορές. Αυτές είναι ένα εργαλείο. Απέναντί τους έχουμε ένα οικονομικό χρέος, το οποίο θα πρέπει να εξοφλήσουμε στην ώρα του και στο σύνολό του. Ας μην ξεχνάμε πως όταν δανειζόμασταν από τις αγορές, ήμασταν ελεύθεροι, διότι αυτές δεν μας έστελναν επιτηρητές για να δουν πού πηγαίνουν τα λεφτά τους. Τι τα κάναμε όμως τόσα λεφτά; Αυτό πρέπει να αναλογιστούμε. Γι’ αυτό, ό,τι κάνουμε δεν θα το κάνουμε για τις αγορές, αλλά για τα παιδιά μας.

...και ένα ζητούμενο:
Τεχνικά, όσα επώδυνα μέτρα αναγκάζεται να λάβει τώρα η χώρα μας είναι μόνιμα. Ουσιαστικά, όμως, όταν πετύχουμε τους στόχους μας, θα μπορούμε όχι μόνο να επαναφέρουμε τα κεκτημένα, αλλά και να βελτιώσουμε το επίπεδο ζωής των πιο αδύναμων συμπολιτών μας. Διότι η ιστορία διδάσκει πως, ακόμη και σε καιρούς απόλυτης κατάρρευσης ενός κράτους, δεν είναι οι πλούσιοι που την πληρώνουν, αλλά οι αδύναμοι πολίτες του. Αυτοί έχουν ανάγκη από ένα ισχυρό κράτος για να τους στηρίξει. Κι αυτό το κράτος εμείς πρέπει τώρα και γι’ αυτό τον λόγο να κάνουμε τα πάντα για να το σώσουμε. Αλλά και να το αλλάξουμε. Διότι το υπερβάλλον τίμημα που καταβάλλουν τώρα οι αδύναμοι συμπολίτες μας για να το σώσουν, χωρίς να φταίνε αυτοί για την κατάντια στην οποία περιήλθε, είναι το τίμημα εξαγοράς του δικού τους κράτους από αυτούς που το έφεραν στη σημερινή κατάσταση. Ενός κράτους πιο δίκαιου, που θα λειτουργεί με δίκαιους κανόνες, θα θέτει δίκαιους κανόνες και θα τους επιβάλλει. Εάν δεν διασφαλιστεί από τώρα αυτή η προοπτική, καμιά προσαρμογή, όσο καλά σχεδιασμένη και να είναι, δεν πρόκειται να επιτύχει.