Εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης - Η καθημερινή σας ενημέρωση

Ορχάν Παμούκ, «Χιόνι» Μια κοινωνία στον πάγο

Τέχνες
Ημερομηνία: 24/06/2007
Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο του Τούρκου νομπελίστα συγγραφέα Ορχάν Παμούκ «Χιόνι» (εκδόσεις Ωκεανίδα, μετάφραση Στέλλα Βρετού). Το μυθιστόρημα τιμήθηκε το 2005 με το γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Μεντισίς, ενώ οι «New York Times» το ανέδειξαν ως ένα από τα «10 καλύτερα βιβλία του 2004».

Κείμενο Κώστας Μ. Σταματόπουλος συγγραφέας

Ένας Τούρκος διανοούμενος της διασποράς, κάτοικος Γερμανίας, που περνά τη ζωή του κουτσοδουλεύοντας εδώ κι εκεί και διαβάζοντας τις ώρες της σχόλης του τα ποιήματά του σε λέσχες και σε καφενεία συμπατριωτών του, φθάνει στην Πόλη, ύστερα από απουσία ετών, και πετυχαίνει να σταλεί ως ανταποκριτής γνωστής εφημερίδας σε πόλη της βορειοανατολικής Τουρκίας. Η αποστολή που του ανατίθεται είναι να παρακολουθήσει από κοντά τις τοπικές εκλογές που θα διεξαχθούν τις αμέσως επόμενες ημέρες, κυρίως όμως να διερευνήσει τον λόγο για τον οποίο νέες γυναίκες αυτοκτονούν μαζικά, φαινόμενο αρκετά σύνηθες, τον τελευταίο καιρό, και σε άλλες πόλεις της Ανατολής, πλην ιδιαίτερα διαδεδομένο στη συγκεκριμένη ακριτική επαρχιακή πόλη. Στην πραγματικότητα όμως αυτά δεν είναι παρά μία πρόφαση, το μέσο που θα του επιτρέψει να ξαναβρεί μια γυναίκα που τον ενδιαφέρει και για την οποία έχει πληροφορηθεί ότι είχε μόλις χωρίσει από τον άνδρα της.
Ο ήρωας του τελευταίου μυθιστορήματος «Χιόνι» του νομπελίστα Τούρκου συγγραφέα Ορχάν Παμούκ, τον οποίο ο λογοτέχνης παρουσιάζει στο κείμενό του ως φίλο του, έρχεται στο Καρς με το λεωφορείο, μέσω Ερζερούμ, μια μέρα του Φεβρουαρίου του 1992. Χιονίζει, χιονίζει ασταμάτητα, τόσο που φθάνοντας στον προορισμό του μαθαίνει πως η πόλη έχει αποκοπεί από την υπόλοιπη χώρα και πως κατά συνέπεια θα είναι αυτή για λίγες ημέρες -όσο δηλαδή διαρκέσει ο αποκλεισμός- ολόκληρος ο κόσμος του.

Μια πόλη σε απόγνωση

Οι δρόμοι της σχεδόν έρημοι. Τα κτίριά της, τα μεν νεότερα -κυρίως τα κυβερνητικά- τελείως απρόσωπα και ήδη φθαρμένα, τα δε παλαιότερα, εκείνα της περιόδου της ρωσικής κατοχής (1877-1918), αλλά και τα εναπομένοντα αρχοντικά αρμενικά κονάκια, ευγενικά πλην εντελώς ξεκομμένα και ακατανόητα στο κέντρο της σύγχρονης πόλης και επιπλέον ξεχαρβαλωμένα και ετοιμόρροπα. Στα παγωμένα υπόγειά τους κουρνιάζουν όπως όπως μετανάστες από την πρώην Σοβιετική  Ένωση, μπλεγμένοι σε εφήμερες όλο και πιο ύποπτες δουλειές, με έναν και μόνο στόχο στο μυαλό τους: να φθάσουν στην Πόλη κι από εκεί να φύγουν λαθραία κάπου στην Ευρώπη.


Στα άπειρα φτωχοκαφενεία, πλήθη νεαρών Κούρδων ανέργων περνούν τη μέρα τους πίνοντας τσάι και χαζεύοντας την τηλεόραση, χωρίς σκοπό και χωρίς ελπίδα, έτοιμοι να παρασυρθούν και να λάβουν μέρος σε οτιδήποτε ικανό να δώσει νόημα, έστω και για μια στιγμή, στην ανούσια και γκρίζα ζωή τους, αλλά και σε οτιδήποτε θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει, μόνο για σήμερα, ένα πιάτο φαΐ. Κι αρκετοί φεύγουν στα βουνά που περιβάλλουν την πόλη, ενούμενοι με το αντάρτικο που διατηρεί ισχυρό δίκτυο υποστηρικτών και μέσα στο Καρς, ενώ άλλοι -και μεταξύ αυτών εξίσου άνεργοι νεαροί Τούρκοι, το ίδιο αδιέξοδα εγκλωβισμένοι, το ίδιο απελπισμένοι- δραπετεύουν προς έναν ισλαμικό μυστικισμό, με προφήτες ήρωες που λίγο ξεχωρίζουν από «κοινούς τρομοκράτες», και που επίσης κατεβαίνουν από τα βουνά ή περνούν τα σύνορα προς και από το Ιράν, κυνηγημένοι και καταζητούμενοι, όπως και οι οπαδοί τους.
Στην τενεκεδούπολη, γυναίκες περικυκλώνουν τον Σταμπουλιώτη δημοσιογράφο της μίας και μοναδικής αποστολής, γυναίκες σε απόγνωση, γιατί αγνοούν πού βρίσκονται τʼ αγόρια τους που είχαν ξαφνικά εξαφανιστεί -στο βουνό ή στα μπουντρούμια της Ασφάλειας-, ζώντας οι ίδιες μέσα σε τρώγλες, όπου παγώνει το νερό που στάζει από παντού, μαζί με γέρους σακάτηδες, καθώς και με μεσόκοπους άνδρες άπραγους, άνεργους και σκληρούς. Σχεδόν γυμνά παιδιά κλοτσούν αυτοσχέδια τόπια μέσα στις λάσπες. Πρέπει να βρεθεί και γιʼ αυτά κάθε μέρα λίγη τροφή.

Αυτοκτονίες από αξιοπρέπεια

Εκεί, καθώς κάποιοι τον εμπιστεύονται και ξανοίγονται μαζί του στην κουβέντα, άρχισε να πληροφορείται γιατί τόσες κοπέλες το τελευταίο διάστημα έχουν δώσει τέλος στη ζωή τους, αθόρυβα και με αξιοπρέπεια οι πιο πολλές. Θάνατοι ακατανόητοι, σκανδαλώδεις και εκ πρώτης όψεως αντιφατικοί, καθώς οι αυτόχειρες ήσαν κατά τεκμήριο άτομα βαθιά θρησκευόμενα. Εμβαθύνοντας όμως στην υπόθεση, ύστερα κι από νέες επαφές στην πόλη, όπου συνάντησε παρόμοιο περιστατικό ακόμη και στην αστική, δυτικότροπη οικογένεια της εκλεκτής της καρδιάς του, ο δημοσιογράφος αντελήφθη πως σε πολλές περιπτώσεις η επιμονή των κοριτσιών -παρά την αντίδραση των δικών τους και την αγριότητα των αρχών εις βάρος τους- να φορούν την ισλαμική μαντίλα, καταφρονώντας ακόμη και το νομοταγές υποκατάστατό της, την περούκα, δεν ήταν τόσο (ή δεν ήταν μόνο) η βούληση της υποταγής στον θεϊκό νόμο.  Ήταν και η απελπισμένη προσδοκία ότι ο σιωπηρός μα αταλάντευτος αγώνας τους, και ο θάνατος που ήταν συχνά η μοιραία κατάληξή του και που σίγουρο ήταν πως θα περνούσε απαρατήρητος ή θα παρέμενε ακατανόητος στους πολλούς, ήταν το μόνο μέσο που μπορούσε να τους χαρίσει αυτοεκτίμηση καθώς και την αξιοπρέπεια που τους αρνιόταν ο οικογενειακός και κοινωνικός τους περίγυρος και γενικώς η ζωή που δεν την ήθελαν τέτοια που ήταν.
Στην άλλη όχθη, το κράτος και οι δικοί του εκπρόσωποι φοβούνται. Στη θέση του αξιωματούχου, του αστυνομικού, του βασανιστή ή του χαφιέ, βρίσκονται άτομα εξίσου ταλαίπωρα μʼ εκείνα που επιτηρούν και καταδιώκουν. Βρίσκονται δε εκεί όχι από πίστη σε κάτι -τα πάντα έχουν καταρρεύσει προ πολλού- αλλά για την ασφάλεια και το κομμάτι ψωμί (στα μέτρα του καθενός) που παρέχει στους δικούς της η εξουσία. Και επιβιώνουν ζώντας μια ζωή επίσης γκρίζα και αδιέξοδη και κακομοίρα, όπου πότε ο φόβος και πότε η πλήξη τούς ωθούν σε πράξεις βίας εις βάρος της κοινωνίας από την οποία προέρχονται.  Όσοι δεν έχουν αποκτηνωθεί καταρρακώνονται εσωτερικά, και η ντροπή στην οποία βουλιάζουν γεννά νέους κύκλους αυθαιρεσίας και αγριότητας, οι οποίοι θα στείλουν νέα θύματα στους θαλάμους των βασανιστών και των βασανιστηρίων και νέους αγωνιστές, άλλους στα βουνά και άλλους στο αντάρτικο των πόλεων.

Κεμαλιστές ή ισλαμιστές;

Όσο για τους πραγματικούς οπαδούς του κεμαλισμού, που στο μυθιστόρημα παίρνει την όψη ωμού καθεστώτος κατοχής σε χώρα εχθρική, αυτοί εμφανίζονται ως κούφια, φτιασιδωμένα και χρυσοστόλιστα ανδρείκελα μιας παρωχημένης εποχής που γνώρισε δόξες και βρήκε κάποτε σημαντική απήχηση, ως τραγικά και ηλικιωμένα νευρόσπαστα που εκτελούν την ίδια πάντα κίνηση (όπως π.χ. εκμεταλλευόμενοι τον αποκλεισμό λόγω χιονιού οργανώνουν ένα τοπικό πραξικόπημα, ώστε να αποφευχθεί η εκλογή ισλαμιστή δημάρχου) και λένε τα ίδια πάντα λόγια σε ανούσιες πατριωτικές τελετές, μπροστά σε ένα ακροατήριο που είναι όχι μόνον όλο και πιο δύσκολο να βρεθεί, αλλά είναι και όλο και πιο γερασμένο. Κι όταν καταφέρνει να συγκεντρωθεί σε κάποια αίθουσα τελετών κτιρίου της διοίκησης, τα μέλη του προσέρχονται είτε από φόβο -για ναʼ χουν το κεφάλι τους ήσυχο, αλλά και για να μη χάσουν τα όποια «καλά και συμφέροντα» του δοβλετιού- είτε εξαιτίας ενός ιδιότυπου παλιοκαιρίτικου καθωσπρεπισμού που απαντάται πια μόνο στην επαρχία, καθώς και από προσήλωση σε μια παράδοση στην οποία κάποτε πίστεψαν, αλλά στην οποία γίνεται όλο και πιο δύσκολο να προσδώσει κανείς περιεχόμενο άλλο από πολιτικούς πομφόλυγες, συνθήματα και εμβατήρια.
Τέλος, έχουμε την ακόμη πιο τραγική, ελάχιστη κατηγορία Τούρκων στην οποία ανήκει ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου. Που όντας τόσο δυτικότροπος ώστε να μην αντέχει την ιδέα μιας κοινωνίας υποταγμένης στον νόμο του Ισλάμ, επιλέγει -βδελυσσόμενος τον εαυτό του- τους φασίστες, προκειμένου να αποφύγει τους ισλαμιστές. Η ασφυξία που νιώθει στον τόπο του τον ξαναδιώχνει στη Γερμανία, αλλά ο συμβιβασμός που έκαμε, μαζί με την οδυνηρή επίγνωση της ουτοπίας στην οποία έχει αυτοκαταδικαστεί (αγιάτρευτα Ανατολίτης για τους Ευρωπαίους, πουλημένος στη Δύση για τους συμπατριώτες του), στερεύουν μέσα του την έμπνευση. Παύει να γράφει και φυτοζωεί, περιπλανώμενος άσκοπα στους δρόμους της Φρανκφούρτης. Λίγα χρόνια αργότερα θα βρεθεί σκοτωμένος, έχοντας είτε αυτοκτονήσει, είτε -το πιθανότερο- δολοφονηθεί από ιδεολογικούς αντιπάλους, για τους οποίους άγνωστο παραμένει αν ήσαν κεμαλιστές -όργανα της  Άγκυρας- ή οπαδοί μιας ισλαμικής Τουρκίας.